Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολεμικές Τέχνες - Martial Arts. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολεμικές Τέχνες - Martial Arts. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ - MARTIAL ARTS

ΜΕΙΚΤΕΣ ΠΟΛΕΜΙΚΕΣ ΤΕΧΝΕΣ

Varius martial artsVarius martial arts

Οι μεικτές πολεμικές τέχνες (δική μας απόδοση για την ονομασία «mixed martial arts» με την οποία το άθλημα είναι γνωστό σε όλον τον κόσμο, είναι η εξέλιξη μιας διαδικασίας που ξεκινάει από την εποχή του αρχαίου ελληνικού παγκρατίου, περνάει από τους αγώνες «βάλι τούντο» που υπήρξαν πολύ δημοφιλείς στη Βραζιλία από τη δεκαετία του 1920 μέχρι και σήμερα (και που υπήρξαν η αφετηρία για την οικογένεια Γκρέισι του βραζιλιάνικου ζίου ζίτσου) και από τις πολύ δημοφιλείς στη δεκαετία του 1970 διοργανώσεις «ίσου κακουτόγκι σεν» της Ιαπωνίας στους οποίους διέπρεψε ο αθλητής και διοργανωτής αγώνων Αντόνιο Ινόκι. Παρόλα αυτά, η μεγάλη δημοτικότητά τους σήμερα, οφείλεται στα πρωταθλήματα Ultimate Fighting Championship (ή UFC) τα οποία, άλλωστε έκαναν διάσημο και το βραζιλιάνικο ζίου ζίτσου και εισήγαγαν την έννοια της «μάχης σε κλουβιά» (αν και οι αγώνες μεικτών πολεμικών τεχνών διεξάγονται το ίδιο συχνά σε ρινγκ όσο και σε «κλουβιά»).

Χαρακτηριστικό των μεικτών πολεμικών τεχνών είναι ότι, όπως λέει και η ονομασία τους, περιλαμβάνουν τεχνικές τόσο από τα πυγμαχικά συστήματα, όσο και από τα παλαιστικά. Οι αθλητές μπορούν να προέρχονται από οποιοδήποτε στιλ και οι τεχνικές τις οποίες μπορούν να χρησιμοποιήσουν, περιορίζονται μόνο από τους κανονισμούς της εκάστοτε διοργάνωσης· η δημιουργία κάποιων τέτοιων κανονισμών κοινής αποδοχής, ήταν (και παραμένει) η μεγαλύτερη πρόκληση για το συγκεκριμένο μαχητικό άθλημα αν και σήμερα, τουλάχιστον στις ΗΠΑ, υπάρχει ένας τέτοιος ενοποιημένος κανονισμός ο οποίος γενικά ακολουθείται και στις διοργανώσεις εκτός της συγκεκριμένης χώρας. Η πλήρης επαφή και η επαγγελματική διάσταση του αθλήματος, το κάνουν αρκετά σκληρό όμως οι πολυάριθμοι φίλοι του, το θεωρούν ως το πληρέστερο σύστημα τόσο από πλευράς εύρους ρεπερτορίου, όσο και από πλευράς πρακτικής εφαρμογής –από τη στιγμή που οι τεχνικές και οι μεθοδολογίες ελέγχονται σε αναμετρήσεις, δεν είναι εύκολο να υποστηρίξει κανείς μια ανωτερότητα που δεν ισχύει. Όπως και να ‘χει, οι μεικτές πολεμικές τέχνες αποτελούν πλέον ένα σημαντικό τμήμα του κόσμου των πολεμικών τεχνών και παραμένουν ελκυστικές ακόμα και σε ένα μεγάλο μέρος του κοινού που δεν ασχολείται έμπρακτα, ως θέαμα μαζί με την πυγμαχία ή την πάλη.


Εξοπλισμός: Απλή αθλητική ενδυμασία (παντελόνι φόρμας, τ-σερτ) ελαφρά γάντια με κομμένα δάχτυλα, προστατευτική μασέλα. Στου αγώνες, οι άντρες αθλητές φορούν μόνο σορτς και τα γάντια, ενώ οι γυναίκες σορτς, γάντια και αθλητικό τοπ.

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΠΟΛΕΜΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

http://www.wushu.org.gr

ΓΟΥ ΣΟΥ

Γου Σου

Ο όρος «γου σου» σημαίνει «πολεμική τέχνη» και περικλείει όλες τις πολεμικές τέχνες που αναπτύχθηκαν στην Κίνα –πρόκειται για το σωστό όρο για αυτό που έγινε ευρύτερα γνωστό στη Δύση ως «κουνγκ φου». Τα στιλ των γου σου/κουνγκ φου διαχωριστούν ως προς την προέλευση (βόρεια και νότια) καθώς και ως προς την έμφαση που δίνουν στην καλλιέργεια της εσωτερικής ενέργειας ή όχι (εσωτερικά και εξωτερικά). Ως προς την προέλευση, η κύρια διαφορά τους είναι ότι στα βόρεια δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα λακτίσματα και τη γρήγορη κίνηση με ροή, ενώ τα νότια βασίζονται ως επί το πλείστον στη δύναμη των χεριών και τα χτυπήματα με αυτά, καθώς και στις στάσεις που δίνουν σταθερή βάση. Ως προς την ενέργεια, τα εξωτερικά είναι παραδοσιακά μαχητικά στιλ με σκοπό την εξάσκηση της δύναμης, της ταχύτητας, της εκρηκτικής δύναμης και της αντοχής, ενώ τα εσωτερικά βασίζονται στην ακρίβεια των κινήσεων, την ισορροπία της ενέργειας και την ανάπτυξη της εσωτερικής ενέργειας με την ονομασία «τσι», που σύμφωνα με τη φιλοσοφία τους ρέει στο σώμα και είναι υπεύθυνη για τη ζωή.
Στη σύγχρονη Κίνα, ωστόσο, η ονομασία γου σου έχει επικρατήσει να αναφέρεται και στο μαχητικό άθλημα που προέρχεται από τις κλασσικές πολεμικές τέχνες. Το αθλητικό γου σου χωρίζεται σε δύο κομμάτια, στο «τάο λου» δηλαδή στις φόρμες και στο «σάντα» ή «σαν σόου», δηλαδή στο ελεύθερο παίξιμο το οποίο περιλαμβάνει χτυπήματα και λακτίσματα αλλά και τεχνικές πάλης. Ιδιαίτερα οι φόρμες είναι ένα αρκετά απαιτητικό και θεαματικό άθλημα, με τους αθλητές να εκτελούν εξαιρετικά δύσκολες ασκήσεις (τόσο κατά μόνας, όσο και σε ζευγάρια ή ομάδες), σε πολλά σημεία παρόμοιες με τις ασκήσεις εδάφους της ενόργανης γυμναστικής, τόσο άοπλοι όσο και χρησιμοποιώντας τα παραδοσιακά κινεζικά όπλα (ξίφη, ραβδιά, λόγχες κ.α.) Στη Δύση, το αγωνιστικό γου σου έγινε γνωστό κυρίως ως το άθλημα στο οποίο διακρίθηκε ο ηθοποιός Τζετ Λι, ενώ σε αγώνες σάντα τόσο στο Χονγκ Κονγκ όσο και στην Κίνα έχουν συμμετάσχει και έλληνες αθλητές.


Εξοπλισμός: Κινεζική φόρμα, ίσια αθλητικά παπούτσια ή παπούτσια τύπου «κουνγκ φου». Όπλα εξάσκησης (ξύλινα ή μεταλλικά) για όσους ασκούνται στις φόρμες (συνήθως διατίθενται από τη σχολή).

Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών

Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Πολέμικές Τέχνες

Σέμι Κόντακτ
  Σέμι Κόντακτ

Αυτό που σήμερα ονομάζουμε «σέμι κόντακτ», δηλαδή «ήμι-επαφή» δεν είναι στην πραγματικότητα ξεχωριστό μαχητικό άθλημα αλλά μια διαφορετική ματιά στους κανονισμούς του κικ μπόξινγκ και των διαφόρων στιλ καράτε που γεννήθηκαν και άνθισαν στις ΗΠΑ στις δεκαετίες 1960 και 1970. Το ζητούμενο ήταν να δημιουργηθούν κάποιοι κανόνες που να επιτρέπουν μια ρεαλιστική εξάσκηση και, ακόμα πιο σημαντικό, μια ρεαλιστική αναμέτρηση, αποτρέποντας ωστόσο τους βαρείς τραυματισμούς που συναντά κανείς στους αγώνες πυγμαχίας ή καράτε πλήρους επαφής. Οι κανονισμοί αυτοί υπήρξαν προϊόν ζυμώσεων μεταξύ των οργανωτών των διαφόρων τουρνουά, γνωστότερος από τους οποίους ήταν ο δάσκαλος τάεκβοντο Άλεν Στιν και των αθλητών που συμμετείχαν, γνωστότεροι από τους οποίους ήταν ο ηθοποιός Τσάκ Νόρις, ο Μπιλ «Σούπερφουτ» Ουάλας και ο δημιουργός του αμερικανικού κένπο, Εντ Πάρκερ.
Τεχνικά, το σέμι κόντακτ θα φανεί πολύ οικείο σε όσους έχουν δει κικ μπόξινγκ, ταϊλανδέζικη πυγμαχία, ιαπωνικά καράτε και κάποια από τα κινεζικά στιλ κουνγκ φου/γου σου –αυτό συμβαίνει επειδή τα στιλ των αμερικανών αθλητών εκείνης της εποχής ήταν συγκριτικά, δηλαδή είχαν προκύψει από την ανάμιξη διαφόρων πολεμικών τεχνών. Ίση έμφαση δίνεται στα χτυπήματα με τα χέρια και στα λακτίσματα, ενώ τα προστατευτικά που χρησιμοποιούνται μειώνουν ακόμα περισσότερο την πιθανότητα τραυματισμού. Η προστασία του αθλητή ωστόσο, συνίσταται στο βασικό χαρακτηριστικό του αθλήματος, αυτό που το κάνει άλλωστε ελκυστικό και στον περισσότερο κόσμο: τα χτυπήματα δε δίνονται με πλήρη δύναμη αλλά φτάνουν σε μια επαφή που αρκεί για να τραντάξει τον αντίπαλο αλλά όχι να τον τραυματίσει σοβαρά ακόμα και αν αυτός δε φοράει προστατευτικά. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι το άθλημα υστερεί σε δυναμισμό –κάθε άλλο, και αυτός είναι και ο λόγος που παραμένει ψηλά στις προτιμήσεις πολλών ασκούμενων (προφανώς κατά κανόνα νεαρών). Όσοι ενδιαφέρονται για κάτι που να συνδυάζει την ένταση του κικ μπόξινγκ με ένα περιβάλλον πιο ασφαλές ακόμα και από αυτή την ερασιτεχνική πυγμαχία, θα έκαναν καλά να έριχναν μια ματιά στο πλησιέστερο γυμναστήριο «σέμι».

Εξοπλισμός: Φόρμα γυμναστικής, γάντια πυγμαχίας (ποικίλλουν αναλόγως την κατηγορία), προστατευτικές ταινίες για μέσα από τα γάντια (μπαντάζ), προστατευτικό κράνος, προστατευτική μασέλα, προστατευτικά ποδιών.


Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

Πολεμικές Τέχνες - Martial Arts

Κικ Μπόξινγκ

Κικ Μπόξινγκ

Το κικ μποξινγκ είναι ένα άθλημα, το οποίο παρουσιάζει πολλές ομοιότητες με άλλες πολεμικές τέχνες, όπως το καράτε πλήρους επαφής (full contact), η ταϊλανδέζικη πυγμαχία μούι τάι ή το γαλλικό σαβάτ, αν και η τέχνη με την οποία έχει την περισσότερη σχέση (και παράλληλη πορεία ανάπτυξης τα τελευταία χρόνια) είναι σαφώς το ταϊλανδέζικο μούι τάι. Η ιστορία του κικ μπόξινγκ ξεκινά από τις δεκαετίες 1960 και 1970 στις ΗΠΑ, από τις πρώτες αναμετρήσεις καράτε πλήρους επαφής, ενώ ο όρος «κικ μποξινγκ» μάλλον δημιουργήθηκε από έναν ιάπωνα διοργανωτή αγώνων, ο οποίος τη δεκαετία του 1950 ήθελε να μεταφέρει στη χώρα του τους αγώνες μούι τάι που είχε δει στην Ταϊλάνδη. Σε κάθε περίπτωση, το άθλημα εξαπλώθηκε σε όλον τον κόσμο, ανεξαρτήτως των υπολοίπων μαχητικών παραδόσεων κάθε χώρας και ακόμα και σήμερα διατηρεί ένα μεγάλο μέρος της δημοτικότητας που γνώρισε την εποχή εκείνη και να προσελκύει πολυάριθμους ενδιαφερόμενους στα γυμναστήριά του.
Όπως λέει και η ονομασία του, το κικ μπόξινγκ περιλαμβάνει τεχνικές της κλασσικής πυγμαχίας καθώς και λακτίσματα –το εύρος των χτυπημάτων και των λακτισμάτων καθορίζεται από τους κανόνες της εκάστοτε ομοσπονδίας και της εκάστοτε διοργάνωσης. Τόσο στην εξάσκηση όσο και στους αγώνες, οι αθλητές φορούν προστατευτικό εξοπλισμό και το ζητούμενο είναι, όπως και στην πυγμαχία, η συγκέντρωση πόντων ή η εξουδετέρωση του αντιπάλου με νοκ-άουτ ή νοκ-ντάουν. Αν και πρόκειται σαφώς για άθλημα και, συνεπώς, προκαλεί το ενδιαφέρον νεώτερων ασκούμενων που διαβλέπουν και την πιθανότητα συμμετοχής σε κάποια αγωνιστική διοργάνωση, δεν είναι λίγοι εκείνοι που επιλέγουν να εγγραφούν σε ένα γυμναστήριο κικ μπόξινγκ προσβλέποντας στην εκμάθησή μιας μεθόδου αυτοάμυνας· το σκεπτικό στις περιπτώσεις αυτές είναι ότι η αποτελεσματικότητα του αθλήματος αποδεικνύεται στους αγώνες (εντός και εκτός γυμναστηρίου) και, άρα, είναι πιο ρεαλιστικό από μια πολεμική τέχνη που εξαντλείται στη «θεωρία». Με τον έναν τρόπο ή τον άλλον πάντως, το κικ μπόξινγκ έχει καταφέρει να βρει τη θέση του στο παγκόσμιο στερέωμα των μαχητικών αθλημάτων και παραμένει ψηλά στην προτίμηση πολλών ασκούμενων.


Εξοπλισμός: Φόρμα γυμναστικής, γάντια (αναλόγως κατηγορίας), προστατευτικές ταινίες που φοριούνται μέσα από τα γάντια (μπαντάζ), προστατευτικό κράνος, προστατευτική μασέλα, προστατευτικά ποδιών.



Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών


Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Πολεμικές Τέχνες - Martial Arts

Karate



Ίσως η πιο διάσημη πολεμική τέχνη που υπάρχει, το καράτε αποτελεί το πιο διάσημο ίσως εξαγώγιμο προϊόν της ιαπωνικής κουλτούρας παρόλο που, κυριολεκτικά μιλώντας, δεν προέρχεται από την κυρίως Ιαπωνία αλλά από το σύμπλεγμα νησιών που λέγονται Οκινάουα και που βρίσκονται νότια της χώρας και σε ίση απόσταση από την Κίνα. Έχοντας σαφείς επιρροές από τα κινεζικά συστήματα πυγμαχίας (εδώ χρησιμοποιούμε τον όρο καταχρηστικά καθώς, αντίθετα με την κλασσική πυγμαχία, τόσο στα κινεζικά κουνγκ φου, όσο και στο καράτε, υπάρχουν άφθονα χτυπήματα και με τα πόδια), το καράτε έχει στην Οκινάουα βάθους τουλάχιστον τριών αιώνων (από το δέκατο όγδοο αιώνα) και διδάσκεται ακόμα και σήμερα εκεί σε δεκάδες στιλ και από εκατοντάδες σχολές. Η μορφή του που είναι πιο γνωστή στη Δύση είναι αυτή που έγινε γνωστή στην τη δεκαετία του 1930 από το Φουνακόσι Γκιτσίν (1868-1957) και από κάποιους άλλους δασκάλους από την Οκινάουα που ακολούθησαν την πορεία του από την Οκινάουα ως την Ιαπωνία.
Σήμερα το καράτε χωρίζεται βασικά σε δύο μεγάλα παρακλάδια: στα κλασσικά/παραδοσιακά καράτε τα οποία αναπτύχθηκαν είτε στην Ιαπωνία (Σότοκαν , Ουάντο Ρίου), είτε στην Οκινάουα (Γκότζου Ρίου, Σίτο Ρίου, Σόριν Ρίου κ.α.) και τα οποία δίνουν έμφαση στις κατά μόνας φόρμες (κάτα) και στο ελεύθερο παίξιμο ήμι-επαφής (semi-contact) και στα πιο σύγχρονα καράτε (όπως το Κιόκουσιν-κάι και διάφορες παραλλαγές που αναπτύχθηκαν κυρίως στις ΗΠΑ) τα οποία δίνουν έμφαση στους αγώνες τόσο ήμι-επαφής όσο και πλήρους επαφής (full contact) . Χαρακτηριστικό όλων των καράτε είναι η πλειάδα χτυπημάτων με τα χέρια και τα πόδια, ενώ στα συστήματα της Οκινάουα, η άοπλη εξάσκηση συμπληρώνεται και από το λεγόμενο «Οκινάουα κομπούντο» (παλιά πολεμική τέχνη της Οκινάουα) που περιλαμβάνει την εκμάθηση παραδοσιακών όπλων όπως τα νουντσάκου, τα κάμα, τα τόνφα κ.α. Παρά την έλευση πολλών νέων πολεμικών τεχνών, το καράτε (ανεξαρτήτως στιλ) παραμένει γοητευτικό και συγκεντρώνει εκατομμύρια φίλων σε όλον τον κόσμο.

 Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών

Σάββατο 11 Μαΐου 2013

Πολεμικές Τέχνες - Martial Arts

Πυγμαχία

Πυγμαχία


Η πυγμαχία ως άθλημα (δηλαδή, με οργανωμένους αγώνες) αναφέρεται ήδη στον Όμηρο, ενώ σε αρχαίες πηγές βλέπουμε ολυμπιονίκες της πυγμαχίας από τον 7ο αιώνα π.Χ. Η μορφή που τη γνωρίζουμε σήμερα προέρχεται από τη βρετανική της εκδοχή με κανόνες που προέρχονται αρχικά από τον πρωταθλητή Τζακ Μπράουτον (1704-1789) και αργότερα από τον μαρκήσιο του Κουίνσμπερι (1844-1900)· στους κανόνες αυτούς, η πυγμαχία θα στηριχτεί και στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού και, στην επαγγελματική της μορφή, θα γνωρίσει μεγάλες δόξες από κορυφαίους πυγμάχους όπως οι Σούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον, Μοχάμετ Άλι, Τζέικ Λα Μότα, Σόνι Λίστον κ.α. Οι σημαντικότερες διαφορές μεταξύ ερασιτεχνική και επαγγελματικής πυγμαχίας είναι η επιπλέον προστασία των αθλητών, τόσο με επιπλέον προστατευτικό εξοπλισμό (κράνος και ζώνη), όσο και με αυστηρότερους κανονισμούς σε σχέση με το πότε θα σταματήσει ένας αγώνας.
Το άθλημα στηρίζεται στην ικανότητα των δύο αντιπάλων να αντικρούσουν μόνο με τις γροθιές τους ο ένας τον άλλον και να καταφέρουν, με εύστοχα και γερά χτυπήματα, να βγάλουν εκτός μάχης τον αντίπαλό τους, σε αγώνες των τριών μέχρι δεκαπέντε τρίλεπτων γύρων, με μονόλεπτο διάλειμμα μεταξύ τους, σε ένα τετράγωνο ρινγκ με τέσσερα σχοινιά. Μια νίκη στην πυγμαχία δίνεται είτε μέσω τεχνικών σημείων (νικητής είναι ο πυγμάχος που σημείωσε το μεγαλύτερο αριθμό τεχνικά σωστών χτυπημάτων), είτε μέσω εγκατάλειψης ενός από τους δύο αντιπάλους, είτε μέσω απόφασης του διαιτητή (κυρίως για να προστατευθεί ένας αθλητής που έχει τραυματιστεί πολύ), είτε μέσω νοκ-άουτ (αν ένας αθλητής πέσει στο έδαφος και δεν καταφέρει να σηκωθεί μετά από μια μέτρηση ως το δέκα).
Η ερασιτεχνική πυγμαχία στην Ελλάδα εκπροσωπείται από την Ελληνική Ομοσπονδία Πυγμαχίας (ιδρύθηκε το 1951), ενώ σύλλογοι που καλλιεργούν το άθλημα υπάρχουν σε όλη τη χώρα. Αξίζει να σημειωθεί ότι καίτοι παραδοσιακά θεωρείται ανδρικό άθλημα, από το 1988, κερδίζει έδαφος και μεταξύ γυναικών και από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του Λονδίνου του 2012, η πυγμαχία γυναικών πρόκειται να γίνει και επίσημο ολυμπιακό αγώνισμα.

Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Πολεμικές Τέχνες - Martial Arts


Πάλη

Πάλη

Η πάλη, ένα από τα αρχαιότερα αθλήματα στον κόσμο αναπτύχθηκε, βάσει ερευνών, στην Αρχαία Ελλάδα. Εντάσσεται στους Ολυμπιακούς Αγώνες από την αναβίωσή τους, το 1896, ενώ από το 1904 υπάγεται στη Διεθνή Ομοσπονδία Ερασιτεχνικής Πάλης (FILA) και διεξάγεται σε δύο στιλ, της ελληνορωμαϊκής και της ελευθέρας –πατρίδα της ελευθέρας πάλης θεωρείται η Αγγλία, αναπτύχθηκε όμως ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, οι αθλητές της οποίας έχουν κατακτήσει τα περισσότερα μετάλλια στην ιστορία των Ολυμπιακών Αγώνων. Μέχρι πρόσφατα, η πάλη θεωρούταν ανδρικό άθλημα, όμως από το 1987 διεξάγεται το παγκόσμιο πρωτάθλημα ελευθέρας πάλης γυναικών και το 2004 η γυναικεία πάλη συμπεριλήφθηκε για πρώτη φορά στο ολυμπιακό πρόγραμμα.
Η πάλη είναι ατομικό αγώνισμα σώμα προς σώμα δύο ατόμων της ίδιας κατηγορίας βάρους, οι οποίοι προσπαθούν να καταρρίψουν ο ένας τον άλλον στο έδαφος, εφαρμόζοντας συγκεκριμένες λαβές και βάσει συγκεκριμένων κανόνων. Στόχος του παλαιστή είναι να ακουμπήσουν οι πλάτες του αντιπάλου στο έδαφος και να τον κρατήσει στη θέση αυτή για μικρό χρονικό διάστημα· στην περίπτωση αυτή ο αγώνας τερματίζεται. Ο παλαιστής μπορεί επίσης να αναδειχθεί νικητής αν πάρει διαφορά 10 σημείων από τον αντίπαλό του (τεχνική υπεροχή), ή να τελειώσει τον αγώνα με διαφορά βαθμών (τεχνικά σημεία). Και στα δύο στιλ, οι αθλητές κερδίζουν σημεία για κάθε ρίψη του αντιπάλου στο έδαφος.
Στην Ελλάδα, η πάλη διοικείται από την Ελληνική Ομοσπονδία Φιλάθλων Πάλης (Ε.Φ.Ο.Π.), η οποία υπάρχει από το 1935, αρχικά ως Ελληνική Ομοσπονδία Φιλάθλων Πάλης, Πυγμαχίας, Άρσης Βαρών (Ε.Ο.Φ.Π.Π.Α.Β.) και από το 1972 ως αυτόνομη ομοσπονδία (μετά την αποχώρηση της πυγμαχίας το 1951 και της άρσης βαρών το 1972). Από την επιστροφή της στην καθημερινή αθλητική πραγματικότητα της σύγχρονης Ελλάδας, η πάλη έχει προσφέρει στους έλληνες (φιλάθλους και μη) σωρεία συγκινήσεων με σημαντικές διακρίσεις σε αγώνες σε βαλκανικό, ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, ενώ από το 1968 και μετά, έλληνες αθλητές έχουν κατακτήσει αρκετές φορές και ολυμπιακά μετάλλια.

Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών

Πέμπτη 2 Μαΐου 2013

Ξιφασκία - Fencing

Ξιφασκία


Ίσως το πιο κοντινό στις πολεμικές τέχνες της Ευρώπης μαχητικό άθλημα, το άθλημα της ξιφασκίας προκαλεί το ενδιαφέρον όχι μόνο των ρομαντικών και των φίλων της αναγεννησιακής ιστορίας (από την οποία έλκει την καταγωγή του), αλλά και όλους όσους ενδιαφέρονται για μια έντονη μορφή εκγύμνασης που περιλαμβάνει τη χρήση ενός από τα αρχαιότερα όπλα. Στη σημερινή της μορφή, η ξιφασκία είναι ένα σύνθετο άθλημα το οποίο αποτελείται από τρία αγωνίσματα τα οποία παίρνουν τις ονομασίες τους από τα αντίστοιχα όπλα. Πρόκειται για το ξίφος ασκήσεως, το ξίφος μονομαχίας και τη σπάθη, ενώ ο στόχος είναι κοινός και στα τρία: ο αθλητής προσπαθεί να σημειώσει πόντους στο σώμα του αντιπάλου του, πόντους που καταγράφονται από ένα ηλεκτρονικό σύστημα συνδεδεμένο με το ξίφος αλλά και με το θώρακα του αθλητή –κατ’ αυτόν τον τρόπο, αποφεύγονται τυχόν λάθη της διαιτησίας, λάθη που μπορεί να γίνουν καθώς η ταχύτητα με την οποία οι ξιφομάχοι καταφέρνουν τα χτυπήματα είναι σχεδόν αστραπιαία.
Αν και η Ευρώπη έχει μια μακρά παράδοση στη χρήση του ξίφους, παράδοση που ξεκινάει από την εποχή της αρχαίας Ελλάδας και της αρχαίας Ρώμης, τα ξίφη της σύγχρονης ξιφασκίας και ένα μεγάλο μέρος της τεχνοτροπίας χρήσης τους, προέρχονται από τα ξίφη μονομαχίας της περιόδου που ξεκινάει από τα τέλη του 16ου αιώνα και φτάνει ως τις αρχές του 20ου. Η καταγωγή αυτή απεικονίζεται και στη χρήση των δύο από τα τρία όπλα: το ξίφος άσκησης ή φλερέ και το ξίφος μονομαχίας ή επέ, μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο με τη μορφή νύξεων, δηλαδή μα χτυπήματα με την αιχμή τους· αντίθετα, η σπάθη, η οποία κατάγεται από τα ξίφη του ιππικού μπορεί να χρησιμοποιηθεί και με την κόψη, γεγονός που αλλάζει σημαντικά την τεχνική χρήσης της. Αν και η ξιφασκία έχει χαρακτηριστεί από κάποιους επικριτές ως «άθλημα πολυτελείας» (τόσο λόγω της καταγωγής της, όσο και λόγω του ακριβού εξοπλισμού της), παραμένει ένα δημοφιλές μαχητικό άθλημα με υψηλές απαιτήσεις και, συνεπώς, πολλά οφέλη για τον ασκούμενο.

Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών

Τετάρτη 1 Μαΐου 2013

Πολεμικές Τέχνες - Martial Arts

Ταεκβοντό - Taekwondo

Ταεκβοντό


Με φανερές επιρροές από το καράτε (η σχέση του με το οποίο αποτελεί θέμα για το οποίο ερίζουν ακόμα οι ιστορικοί, γεγονός καθόλου περίεργο αν σκεφτεί κανείς τις από αιώνες τεταμένες σχέσεις μεταξύ Κορέας και Ιαπωνίας), το ταεκβοντό είναι μια τέχνη που τα τελευταία χρόνια γνωρίζει μεγάλη άνθιση –κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι στην άνθιση αυτή έχει συμβάλλει η συμπερίληψή του στους Ολυμπιακούς Αγώνες από το 2000, όμως η αλήθεια είναι ότι η θεαματική του κινησιολογία και η έμφασή του στον αγωνιστικό τομέα είναι επίσης παράγοντες που έχουν παίξει το ρόλο τους. Την αγωνιστική του υπόσταση, το τάεκβοντο την οφείλει στο ένα του μεγάλο παρακλάδι, αυτό που ελέγχεται από την Παγκόσμια Ομοσπονδία Ταεκβοντό (World Taekwondo Federation/WTF) και στην Ελλάδα από την Ελληνική Ομοσπονδία Ταεκβοντό, ενώ υπάρχει και η λεγόμενη «παραδοσιακή» διάσταση, η οποία δίνει λιγότερη έμφαση στους αγώνες αλλά υπογραμμίζει περισσότερο τις κατά μόνας φόρμες (χιεόνγκ ή πούμσε)· η διάσταση αυτή, διοικείται από τη Διεθνή Ομοσπονδία Ταεκβοντό (International Taekwon-Do Federation/ITF).
Το κοινό χαρακτηριστικό των δύο μεγάλων στιλ του τάεκβοντο είναι η εκτενής χρήση των τεχνικών ποδιών, ακόμα και στο καθαρά αγωνιστικό κομμάτι της WTF· στο ρεπερτόριο του ταεκβοντό περιλαμβάνονται ακόμα και λακτίσματα που σπάνια βλέπει κανείς σε άλλες πολεμικές τέχνες της Άπω Ανατολής, όπως τα ψηλά ή τα ιπτάμενα λακτίσματα. Η εκτέλεση των τεχνικών αυτών με ιδιαίτερη ταχύτητα είναι και το στοιχείο που κάνει το ταεκβοντό ιδιαίτερα εντυπωσιακό ως θέαμα και του έχει χαρίσει τη μεγάλη του δημοτικότητα, τόσο εντός Κορέας όπου και έχει τον τίτλο του εθνικού αθλήματος, όσο και σε όλον τον κόσμο. Φυσικά ένα τόσο δυναμικό μαχητικό άθλημα/πολεμική τέχνη φαίνεται πιο ελκυστικό στη νεότερη μερίδα του κοινού, εξ ου και η μεγάλη συμμετοχή παιδιών και εφήβων σ’ αυτό, όμως το εύρος των τεχνικών και το βάθος του, τόσο από πλευράς στρατηγικής όσο και από πλευράς θεωρίας/«φιλοσοφίας» κάνουν το ταεκβοντό(και ειδικά το ταεκβοντό της WTF) ενδιαφέρον και για άτομα μεγαλύτερης ηλικίας.


Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Τοξοβολία - Archery





Πιθανότατα το ένοπλο μαχητικό άθλημα με την αρχαιότερη καταγωγή, η τοξοβολία (εδώ αναφερόμαστε στην ευρωπαϊκή, αν και θα τη συναντήσει κανείς σε όλους τους πολιτισμούς) δεν έχει πάψει να ασκεί μια ιδιαίτερη γοητεία σε αθλητές και κοινό –ίσως επειδή τα αποτελέσματά της είναι ορατά ακόμα και στους αμύητους ή ίσως επειδή όλοι αισθανόμαστε ότι βρίσκεται κάπου στο πολιτισμικό μας DNA. Έχοντας περάσει από διάφορες φάσεις στο πέρασμα των αιώνων και έχοντας μετατραπεί από εργαλείο κυνηγίου σε τελετουργικό σκεύος και από εκεί σε πολεμικό όπλο, το τόξο παραμένει πολύ απλό στη βάση του, παρότι η εκδοχή του που χρησιμοποιείται στη σύγχρονη τοξοβολία μοιάζει σε πρώτη ματιά αρκετά φουτουριστικό με τους σταθεροποιητές που προεξέχουν και, σε κάποιες περιπτώσεις με τις τροχαλίες μέσα στις οποίες κινείται η χορδή –τα εξαρτήματα αυτά είναι βοηθήματα για καλύτερη σκόπευση και πιο αποτελεσματική μεταφορά της δύναμης του τοξότη.
Στη σύγχρονη τοξοβολία χρησιμοποιούνται δύο είδη τόξων: αυτά με τις τροχαλίες που μόλις αναφέραμε που ονομάζονται «σύνθετα» (και που συχνά χρησιμοποιούνται από κυνηγούς) και αυτά που χρησιμοποιούνται στις μεγάλες αθλητικές διοργανώσεις τα οποία λέγονται «ολυμπιακά» ή «σκοπευτικά αντίκυρτα». Τα απλούστερα τόξα είναι, βεβαίως τα επίπεδα παραδοσιακά, τα οποία επίσης χρησιμοποιούνται ακόμα, κυρίως από ερασιτέχνες. Καθώς η τοξοβολία απαιτεί –για προφανείς λόγους- αρκετό χώρο για την εξάσκησή της και καθώς το κόστος ενός καλού τόξου είναι αρκετά υπολογίσιμο μέγεθος, δεν είναι από τα αθλήματα που μπορεί κανείς να βρει παντού και να τα ξεκινήσει χωρίς κάποιον προγραμματισμό. Παρόλα αυτά, η συγκίνηση που προσφέρει μια βολή με τόξο, ακόμα και αν αυτή δεν είναι εύστοχη (ή ακόμα και αν είναι εύστοχη αλλά σε εύκολο στόχο –αναλόγως της διοργάνωσης οι στόχοι μπορεί να διαφέρουν σημαντικά τόσο σε μέγεθος όσο και σε απόσταση από τον τοξότη), είναι τέτοια που το άθλημα δεν έχει χάσει τη γοητεία του.


Κείμενο: Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Σούμο - Sumo



Σούμο

Λίγα είναι τα μαχητικά αθλήματα που είναι τόσο διάσημα και ταυτόχρονα τόσο παρεξηγημένα στο δυτικό κόσμο όσο το σούμο, το εθνικό άθλημα της Ιαπωνίας και το κλασσικότερο σύστημα ζίου ζίτσου στην παράδοση της χώρας. Με τις ρίζες του να χάνονται στους τελετουργικούς χορούς και στις παραστάσεις των σιντοϊστικών τεμενών και με αναφορές στο αρχαίο κείμενο «Κοτζίκι», σύμφωνα με το οποίο δύο θεοί αποφάσισαν παλεύοντας σε ποιον ανήκουν τα νησιά που αποτελούν την Ιαπωνία, το σούμο είναι σήμερα μια από τις πιο αναγνωρίσιμες εικόνες της χώρας και ειδικά από τις εικόνες που γεφυρώνουν το παρελθόν με το παρόν της –για το τελευταίο ευθύνονται τα τελετουργικά του στοιχεία με πιο χαρακτηριστικά το μέγεθος των αθλητών που συμμετέχουν στην επαγγελματική (και πιο γνωστή) του εκδοχή, την κόμμωσή τους (που παραπέμπει στην κόμμωση των σαμουράι), οι εντυπωσιακές ενδυμασίες των διαιτητών (που επίσης παραπέμπουν στους σαμουράι και περιλαμβάνουν ένα μικρό σπαθί) και το πέταγμα αλατιού στο ρινγκ για λόγους εξαγνισμού.
Τεχνικά το σούμο είναι πολύ απλό: οι δύο αθλητές προσπαθούν να αναγκάσουν ο ένας τον άλλον είτε να βγει έξω από τον κύκλο διαμέτρου 4,5 μέτρων που ορίζει τον αγωνιστικό χώρο είτε να ακουμπήσει στο έδαφος με οποιοδήποτε σημείο του σώματός του πέρα από τις πατούσες∙ για να το πετύχουν αυτό έχουν στο οπλοστάσιό τους ογδόντα δύο τεχνικές αν και, όπως πολύ συχνά συμβαίνει με τα μαχητικά αθλήματα που κατάγονται από πολεμικές τέχνες, κάθε παλαιστής έχει τις τεχνικές που προτιμάει και που συνήθως χρησιμοποιεί στους αγώνες. Οι αγώνες δεν έχουν χρονικό όριο καθώς ο συνδυασμός της έντασης με τους πολύ απλούς κανόνες οδηγεί σε λήξη εντός μερικών δευτερολέπτων ή, στην καλύτερη περίπτωση λίγων λεπτών. Αποτέλεσμα της έντασης αυτής (αλλά και των διαστάσεών τους) είναι ότι οι αθλητές του σούμο τραυματίζονται πολύ συχνά και η καριέρα τους, παρότι μπορεί να γίνει εξαιρετικά προσοδοφόρα διαρκεί πολύ λίγο –όσοι την ολοκληρώνουν είτε δραστηριοποιούνται ως προπονητές ή ιδιοκτήτες «στάβλων» παλαιστών, είτε επιστρέφουν στις κανονικές τους διαστάσεις και ζουν μια φυσιολογική ζωή.
Εξοπλισμός: Ο βασικός εξοπλισμός του σούμο είναι η φαρδιά ζώνη «μαουάσι» (καθώς οι αθλητές παλεύουν γυμνοί, στην πραγματικότητα δε χρειάζεται τίποτα άλλο). Αντίθετα, στο επαγγελματικό σούμο, το οποίο ωστόσο δεν υπάρχει πουθενά εκτός Ιαπωνίας, οι αθλητές έχουν σωρεία ρούχων και αξεσουάρ, κυρίως για χρήση εκτός αγωνιστικού χώρου.

Πανελλήνιος Οδηγός Πολεμικών Τεχνών

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Πολεμικές Τέχνες - Martial Arts

Παγκράτιον





Το Παγκράτιον ήταν ένα αγώνισμα των αρχαίων Ελλήνων, ένας συνδυασμός πάλης και πυγμαχίας χωρίς ιμάντες, που ο Αριστοτέλης (Ρητορική Α 5-14, 1361β) το ορίζει ως εξής: «ὁ δὲ θλίβειν καὶ κατέχειν παλαιστικός, ὁ δὲ ὦσαι τῇ πληγῇ πυκτικός, ὁ δ' ἀμφοτέροις τούτοις παγκρατιαστικός». Η ονομασία προέρχεται από τις λέξεις παν + κρατείν, δηλαδή νικητής γινόταν αυτός που "κατέχει την κυρίαρχη δύναμη" ή αυτός που "κυριαρχεί απόλυτα", ενώ οι αθλητές ονομάζονταν παγκρατιαστές.
Το άθλημα αυτό, που θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί και πολεμική τέχνη, εισήχθη στους Ολυμπιακούς Αγώνες το 648 π.Χ. στην 33η Ολυμπιάδα. Ήταν θεαματικό και δημοφιλές ("Εν Ολυμπία το κάλλιον" , Φιλόστρατος), αλλά και επικίνδυνο, αφού είχε ως αποτέλεσμα πολλές φορές ως και το θάνατο του ενός των αντιπάλων (Παυσανίας Η,10.1). Οι αρχαίοι Ολυμπιακοί Αγώνες μετά το 200 π.Χ. εισήγαγαν κι έναν λιγότερο βίαιο διαγωνισμό "Παγκρατίου παίδων" για τα νέα αγόρια.

Το Παγκράτιο συνδύαζε το χτύπημα και την αρπαγή (λαβή) και ήταν αγώνας, που κερδιζόταν με την υποβολή του αντιπάλου. Ένας αγωνιζόμενος θα μπορούσε να επισημάνει την υποβολή του με ανάταση του χεριού ή ενός δακτύλου του, αλλά μερικές φορές η μόνη μορφή υποβολής ήταν ο θάνατος ενός από τους αγωνιζόμενους.
Οι "κοινές κλειδαριές" και η "έμφραξη κρατούν" ήταν κοινές τεχνικές. Σήμερα αυτές οι τεχνικές θα μεταφράζονταν ως λαβές εξάρθρωσης σημείων όπως αυχένας, ώμος, αγκώνας, καρπός, μηρός, αστράγαλος και άλλα. Τα λακτίσματα και η χρησιμοποίηση των "πυγμών" ήταν η μέθοδος επίθεσης, που στηρίζεται σε μεγάλο ποσοστό στη δύναμη. Για αυτό το λόγο, το Παγκράτιον ήταν υπόθεση των βαρύτερων και πιο δυνατών αθλητών.
Στην πραγματικότητα υπήρχαν μόνο τρεις κανόνες: οι αγωνιζόμενοι δεν είχαν το δικαίωμα να βγάλουν ο ένας τα μάτια του άλλου, να δαγκώσουν ο ένας τον άλλον ή να τον χτυπήσουν στην περιοχή των όρχεων.

Υπήρχαν δύο είδη παγκρατίου:
Το ένα διεξαγόταν σε όρθια στάση και ήταν λιγότερο επικίνδυνο, ονομαζόταν δε "Άνω ή ορθοστάνδην παγκράτιο".
Στο άλλο συνεχιζόταν ο αγώνας και μετά την πτώση ενός από τους αντιπάλους, ο οποίος κατόπιν τούτου ήταν ευάλωτος σε κτυπήματα του αντιπάλου. Το είδος αυτό ονομαζόταν "Κάτω παγκράτιο".


 Η μυθολογία θέλει το άθλημα να προέρχεται από το Θησέα, που επιστράτευσε συνδυασμό πάλης και πυγμής για να καταβάλει τον Μινώταυρο. Σύμφωνα με άλλη ανάλογη εκδοχή, ο Ηρακλής κατέβαλε με τον τρόπο αυτό το λιοντάρι της Νεμέας.
Με τις εκστρατείες του Μεγ. Αλεξάνδρου το Παγκράτιο διαδόθηκε στην Ινδία. Πιστεύεται πως από εκεί έφτασε στις χώρες της Άπω Ανατολής και αποτέλεσε τον πρόγονο όλων των ανατολικών πολεμικών τεχνών.
Διάσημοι αρχαίοι παγκρατιαστές ήταν ο Θεαγένης ο Θάσιος, ο Λύγδαμης ο Συρακούσιος, ο Δωριεύς ο Ρόδιος, ο Σώστρατος ο Σικυώνιος και ο Πολυδάμας από τη Σκοτούσσα.


 Στη σύγχρονη εποχή το Παγκράτιο αναβίωσε μετά τον τελευταίο πόλεμο και ιδίως γύρω στο 1970, οπότε πρωτοστατούντος κυρίως του διάσημου δάσκαλου πολεμικών τεχνών, Σίμου Ζαχόπουλου από την Καβάλα (κατόχου διάκρισης 10ου βαθμού -"10th Degree"- αναλόγου με 10 dan ), γίνονται οι πρώτες κινήσεις για την ίδρυση ομοσπονδίας Παγκρατίου, ενώ αργότερα αρχίζουν προσπάθειες ένταξής του στο πρόγραμμα των Ολυμπιακών αγώνων. Τελικά η Ελληνική Ομοσπονδία Παγκρατίου Αθλήματος (ΕΟΠΑ) ιδρύεται το 1996 από δύο παλαιούς μαθητές του Ζαχόπουλου, τον Π.Κουτρούμπα και τον Λ.Σαββίδη.
Για την συμπερίληψη στο Ολυμπιακό πρόγραμμα τέθηκε ως προϋπόθεση η διάδοση σε πλάτος του αθλήματος, ένας δρόμος που είναι ακόμα μακρύς, αφού η Παγκόσμια Ομοσπονδία αριθμεί μόλις 28 κράτη-μέλη. Στην Ελλάδα υπάρχουν το 2009 περίπου 2000 ενεργοί αθλητές οργανωμένοι σε 127 σωματεία.