Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Μαρτίου 2017

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ - «ΤΟ ΚΑΓΚΕΛΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΚΟΝΙΟΥ».



Λένα Μαυρουδή Μούλιου
Β.Ε.
«ΤΟ ΚΑΓΚΕΛΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΚΟΝΙΟΥ»

Το κτύπημα του κουδουνιού, παρά τη γραπτή απαγόρευση στην τζαμαρία της εισόδου της πολυκατοικίας έκανε την Ελίζα να θυμώνει. Τι ήταν πια αυτό το κακό με το κουδούνι; Μέχρι που πια σκέφτηκε να το απενεργοποιήσει για να βρει η γυναίκα την κάποια ησυχία της … Πότε οι διαφημιστές, πότε κτύπημα κατά λάθος, πότε ο ταχυδρόμος που εύρισκε βολικό, άγνωστον γιατί, το δικό της το κουδούνι να κτυπά για να αφήσει μέσα από την πόρτα τα γράμματα, ποντάροντας πιθανόν στην κατανόησή της που πήγαζε από μιαν έμφυτη ευγένεια για την οποία την παίνευαν όλοι. Ευγενής σύμφωνοι, μα τα νεύρα της είχαν γίνει τσατάλια Το σπίτι της κάθε άλλο παρά ήταν το ησυχαστήριο που δικαιούται να έχει καθένας σαν σπίτι του. Έτσι η απόφαση για απενεργοποίηση ελήφθη και το κουδούνισμα που άκουγε αυτή τη στιγμή ήταν ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ίσως. Γι αυτό και του έδωσε μιαν ιδιαίτερη σημασία ανοίγοντας την πόρτα της αφού πρώτα μιλώντας στο θυροτηλέφωνο τής φάνηκε σαν μια φωνή που δεν προμήναγε κακό. Μια φωνή ζεστή και με μια χροιά ικεσίας και ευγένειας έννοιες για τις οποίες η Ελίζα ήταν πολύ ευαισθητοποιημένη. Άνοιξε λοιπόν ρισκάροντας.
Ένας άντρας γύρω στα πενήντα του όπως τον έκοβε, που μπορεί να ήταν και νεότερος αλλά έδειχνε ταλαιπωρημένος. Άψογα ντυμένος και απέπνεε καθαριότητα και φινέτσα. Την χαιρέτησε με μιαν ελαφρά υπόκλιση και της είπε με σταθερή φωνή κοιτάζοντάς την κατ’ ευθείαν στα μάτια:
«Κυρία μου επιτρέψτε μου να συστηθώ, λέγομαι Λεωνίδας Μανιάτης ορίστε και η ταυτότητά μου. Σας παρακαλώ μην έχετε ενδοιασμό. Δεν είμαι μήτε λωποδύτης μήτε κανενός είδους κακοποιός, αλλά ούτε και διαφημιστής ή πλασιέ κάποιου προϊόντος. Δεν κτυπώ έτσι άσκοπα τα κουδούνια ξένων σπιτιών πιστέψτε με. Θα μπορούσα να μπω για λίγο στο σπίτι σας παρακαλώ; Είμαι 54 ετών και πριν πενήντα χρόνια ακριβώς άφησα σε τούτο εδώ το σπίτι την τελευταία μου πνοή».
Η Ελίζα τα έχασε. Σίγουρα είχε να κάνει με κάποιον ψυχοπαθή που της έλεγε πράγματα ΠΑΛΑΒΑ και που αυτή πιο παλαβή ακόμη καθόταν σαν χαζή και τον άκουγε. ‘’Πόσοι κα πόσοι σαν και αυτόν’’ σκέφτηκε ‘’δεν κυκλοφορούν ελεύθερα ανάμεσά μας κινδυνεύοντας τόσο οι ίδιοι όσο και αθώοι άνθρωποι θύματα της ψυχικής αρρώστιας τους.’’
Μα η Ελίζα ήταν ένας πονόψυχος και ευγενικός άνθρωπος μα καπάκι και γενναίος γνώστης μιας ή περισσοτέρων Ιαπωνικών πολεμικών Τεχνών και επομένως δεν φοβόταν. Κρίνοντας δε από τη σωματική του διάπλαση κατάλαβε ότι αν μη τι άλλο ήταν …του χεριού της θα τον διέλυε έτσι και ακουμπούσε χέρι πάνω της ή στην περιουσία της. Έτσι του επέτρεψε να μπει. Την έτρωγε η περιέργεια τι άλλο παλαβό θα είχε να της πει.
Κάθισαν στο σαλόνι.
Ο επισκέπτης έριξε μια ματιά ολόγυρα και με φωνή συγκινημένη είπε:
Τίποτα δεν άλλαξε πέρα από την επίπλωση. Ακόμη και το χρώμα στους τοίχους παρέμεινε το ίδιο φρεσκαρισμένο βέβαια πιθανόν πολλές φορές.
Να ρίξω μια ματιά στη βεράντα; Δεν το ελπίζω βέβαια αλλά εύχομαι να υπάρχει ακόμη η απίστευτα ωραία κληματαριά που σκέπαζε τη βεράντα καθώς και το αναρριχώμενο μαγευτικό γιασεμί που μοσχοβολούσε με το άρωμά του όλη η γειτονιά».
Η Ελίζα τον άκουγε κατάπληκτη. Πού ήξερε ο άνθρωπος αυτός τόσο για την αιωνόβια κληματαριά όσο για πανέμορφο γιασεμί; Σίγουρα θα πρέπει να ήταν κάποιος μακρινός συγγενής κάποιος τέλος πάντων που γνώριζε τον χώρο καλά. Αλλιώς πώς γνώριζε τόσα πολλά για την πανέμορφη όντως βεράντα, το καμάρι της Ελίζας και του μακαρίτη του άντρα της;
Ο Λεωνίδας βλέποντας την απορία της τής είπε με απόλυτα φυσική και ειλικρινή φωνή:
«Μην εκπλήσσεστε κυρία μου Σ΄ αυτό το σπίτι γεννήθηκα και εξ αιτίας του ίδιου του σπιτιού πέθανα. Γι‘ αυτό το γνωρίζω καλά».

Δευτέρα 28 Νοεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ, "ΕΓΓΛΕΖΙΚΟ ΓΚΑΖΟΝ".


‘‘ΕΓΓΛΕΖΙΚΟ ΓΚΑΖΟΝ’’

Αυτό πια δεν θα το ‘λεγες ταξίδι. Πώς λέμε ‘’Παγκράτι-Κυψέλη;’’ε, ένα τέτοιο πράγμα είχε καταντήσει η απόδρασή μου προς την Γηραιά Αλβιόνα. Αιτία η νεογέννητη πρωτοεγγονή μου. Και βέβαια δεν ήταν μία και μόνη η αφορμή. Πότε φορτωνόμουν το μισό χασάπικο της γειτονιάς μου στριμωγμένο σε μια τεράστια χειραποσκευή για να μη περάσει από checking και το εκλεκτό κρέας γίνει βορά των εν τω αεροδρομίω παρεπιδημούντων μαντρόσκυλων. (Γιατί κουβαλούσα τόσο κρεατικό;;;  μα είναι ερώτηση αυτή; Με τις θεότρελες τις αγελάδες που οι Εγγλέζοι τάιζαν τον εαυτό τους και τα παιδιά τους θα τάιζα το εγγόνι μου κι’ ΕΓΩ;) Πότε η ανά 15ήμερο-γκαραντί- ‘’γριπούλα’’ του παιδιού που την τσίμπαγε από τον βρεφοκομικό σταθμό. ‘’Κρυολόγημα’’ αποφαινόταν ο medical doctor,τι λες γιατρέ μου που να βράσω τα ονομαστά σας πτυχία; Δεν βλέπεις ότι με βάρδιες αρρωσταίνουν τα πιτσιρίκια; ‘’Κρυολογούν’’ ας πούμε ένα δυο ΣΤΟ ΜΩΡΟΣΧΟΛΙΌ, πάρτην κάτω τη μισή περίπου πιτσιρικαρία. ΤΗΝ ΕΠΌΜΕΝΗ ΕΒΔΟΜΆΔΑ Ο ΚΛΗΡΟΣ ΠΈΦΤΕΙ ΣΤΗΝ ΆΛΛΗ ΜΙΣΗ ΕΝΩ η ΠΡΟΗΓΟΎΜΕΝΗ ΑΝΑΡΡΏΝΕΙ. Αυτό δεν το σπουδαιολογείς, δεν σε προβληματίζει; Δεν το διάβασες πουθενά σε κανένα σύγγραμμα από τα σπουδαία σου των πανεπιστημίων σας που συντηρούνται με τα δίδακτρα ως επί το πλείστον των ελλήνων φοιτητών; 
Μια μέρα ε πια δεν άντεξα και του είπα με το θάρρος της γνωριμίας που είχαμε αναπτύξει λόγω των πολλών επισκέψεών του στο σπίτι μας:
’’Γιατρέ να σου αποδείξω ότι γνωρίζω τόσο το απόλυτο φάρμακο μα και την απόλυτη θεραπεία τούτης της παράξενης γρίπης;’’
‘’Οh yes. Please do ’’
‘’Nα μην πηγαίνει στο μωροσχολιό το δίχρονο εγγόνι μου εωσότου αναπτύξει δυνατό ανοσοποιητικό αφ’ ενός, αφ’ ετέρου δε να έρθει το ταχύτερο στην Ελλάδα, που το κλίμα είναι άριστο. Βέβαια εσύ δεν θα βλαφτείς και τόσο, αφού ο μηνιαίος μισθός σου είναι τριπλάσιος του έλληνα γιατρού αλλά το ΕΣΥ σας θα τα παίξει έτσι και κάνουν το ίδιο οι περισσότεροι κάτοικοι οι παρεπιδημούντες την Ιερουσαλήμ.’’
O άνθρωπος με κοίταξε λοξά και από κείνη την στιγμή με μίσησε ακαριαία και δια βίου. Και ενώ ήταν ένας ευγενέστατος επιστήμονας  οσάκις με συναν τούσε το δεκαπανθήμερο των ιατρικών του επισκέψεων που τύχαινε να βρίσκομαι Αγγλία, ούτε που να με χαιρετήσει έστω και τυπικά, έστω και παγωμένα, πιο παγωμένα και από την παγωμένη του πατρίδα.
Έτσι που λέτε είχαν τα πράγματα και για να προχωρήσω την ιστορία που θέλω να σας διηγηθώ να συμπληρώσω ότι όταν με το καλό η οικογένεια τελείωσε με τα διδακτορικά και τα τέτοια και ήρθαν Ελλάδα και μέχρι σήμερα είκοσι χρόνια μετά η εγγόνα μου γιατρό δεν ξαναείδε. Δόξα σοι ο Κύριος.
Έτυχε λοιπόν ένα από τα προαναφερθέντα 15νθήμερα να βρίσκομαι στο Ηνωμένο Βασίλειο και η ιστορία που θα σας διηγηθώ ρέει ως ακολούθως:

Τρίτη 6 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ - «ΥΔΡΟΧΟΟΣ ΜΕ ΣΚΟΡΠΙΟ».






Λένα Μαυρουδή Μούλιου Β.Ε.


«ΥΔΡΟΧΟΟΣ ΜΕ ΣΚΟΡΠΙΟ»


H Δανάη δεν θυμόταν τον εαυτό της σε μια παρόμοια κατάσταση, ήταν λιώμα. Εκτός δε της σωματικής της κατάρρευσης πιο πολύ τη βασάνιζε μια ανείπωτη μοναξιά.

Από στιγμή σε στιγμή τελείωνε το ωράριό της στην μεγάλη Εταιρεία πού εργαζόταν και μπροστά της απλωνόταν μια ευλογημένη Παρασκευή… Μια Παρασκευή Ανάστασης, μια ΠΑΡΑΣΚΕΥΉ Άνοιξης, αν και ήταν προχωρημένο Φθινόπωρο. Και ναι μεν λιώμα, μα τα σχέδια που είχε κάνει γι’ αυτό το ευλογημένο τετραήμερο (Δευτέρα αργία) ήταν μεγαλεπήβολα και τόσο δελεαστικά που κατάφεραν να την φέρουν σε μία ισορροπία τελικά. Ευτυχώς γι’ αυτήν που υπήρχαν, γιατί αλλιώς ένα το σίγουρο, θα είχε εκραγεί με άδηλα αποτελέσματα όσον αφορά και την σωματική της ακόμη υγεία (για την ψυχική, δεν το συζητάμε ΤΟ χάλι). Μάζεψε τα πράγματά της όπως όπως και έφυγε για το σπίτι της το κουκλίστικο.

Φτάνει και κάνει να βάλει το κλειδί στην πόρτα κρατώντας και τα παπούτσια της με το ένα χέρι κι’ αυτό μετά βίας, εμποδίζοντας τον εαυτό της να μη τα εξακοντίσει στην όποια κατεύθυνση που δεν θα κινδύνευε άνθρωπος ή ζωντανό. Τρελαμένη από την κούραση προσπαθεί ξανά και ξανά μα τα κλειδιά πεισματικά δεν ανταποκρίνονται στις ικεσίες της στην αρχή και στις ανήκουστες βρισιές της στην συνέχεια. Προς στιγμήν εγκαταλείπει τις προσπάθειες και γυρίζει στο πλατύσκαλο. Σωριάζεται κατάχαμα με τα πόδια της τεντωμένα στα σκαλοπάτια καταβάλλοντας απεγνωσμένες προσπάθειες να αποδιώξει την υπνηλία που την κατέλαβε και στην οποία αν αφηνόταν
ήταν περισσότερο από σίγουρο ότι θα την έπαιρνε κυριολεκτικά ο κατήφορος σταματώντας Κύριος Οίδε σε ποιον όροφο από τούτον τον 4ο τον δικό της. Η επαφή της με το κρύο μάρμαρο σαν κάπως να την συνέφερε. Σηκώνεται και ξυπόλυτη με την τσάντα της και το παλτό της πεταμένα στο πάτωμα πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα, προσπαθεί να βάλει το κλειδί στην κλειδαριά για να ανοίξει την πόρτα ως είθισται αν δεν την απατούσε η μνήμη της. Μα είθισται ξε είθισται η κλειδαριά εκτός βολής υπακοής και καθήκοντος. Μιλάμε τέτοιο πείσμα η δικιά σου.
Απελπισμένη, μόλις και μετά βίας προλαβαίνει να καλέσει στο κινητό για βοήθεια την κολλητή της που καθόταν λίγα τετράγωνα πιο κάτω, και αμέσως μετά αφήνεται στας αγκάλας μιας ευεργετικής λιποθυμίας. 

Δευτέρα 22 Αυγούστου 2016

Διήγημα της Χριστίνας Σουλελέ - Μπουφ και… φτου ξελευτερία


 Η Μυρτώ τέλειωσε τις δουλειές της και, όπως κάθε βράδυ τέτοια ώρα, ετοιμάστηκε να βγει στη βεράντα. Αρχή του καλοκαιριού κι ο καιρός γλυκός. Τα παιδιά έπαιζαν ήσυχα λίγο πιο πέρα. Ο Νίκος, ο άντρας της, από στιγμή σε στιγμή θα γύριζε από τη δουλειά και θα κάθονταν μαζί να πουν τα νέα της ημέρας. Από παιδιά ήταν μαζί  στα παιχνίδια, στο σχολείο, στις χαρές, στις λύπες…
Πήρε ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, αυτό που της άρεσε πάντα να πίνει και κάθισε στην πολυθρόνα. Λυτρωτική αυτή η ώρα . Η δική της ώρα. Ήπιε μια δυο γουλιές και χαλάρωσε.
Ένα αεράκι την τύλιξε με άρωμα από αγιόκλημα και η μνήμη την οδήγησε σε μονοπάτια ξεχασμένα, τόσο μακρινά και συνάμα κοντινά.
Η ματιά της έπεσε απέναντι στο ερειπωμένο σπίτι, εκεί που άλλοτε ήταν το σπίτι της γιαγιάς Αμαλίας. Έτσι την έλεγαν τη γυναίκα που ζούσε εκεί. Γλυκιά, καλοσυνάτη. Δεν ήταν μεγάλη σε ηλικία, αλλά  στα μάτια των παιδιών οι ηλικίες αποκτούν άλλη διάσταση. Ίσως ήταν και το τσεμπέρι που φορούσε πάντα στο κεφάλι. Της προσέδιδε χρόνια και την έκανε να φαίνεται μεγαλύτερη απ’ ότι ήταν.
Στον κήπο της, στην μπροστινή πλευρά του σπιτιού μαζεύονταν τα παιδιά της γειτονιάς, μαζί και η Μυρτώ κι ο Νίκος κι έπαιζαν ως αργά το βράδυ. Αριστερά από την αυλόπορτα υπήρχε ένα αγιόκλημα. Τόπος μάζωξης των γυναικών, τόπος αφήγησης παραμυθιών σαν τέλειωνε το παιχνίδι.
Τίποτα δε θύμιζε πια εκείνο το σπίτι με τα μπλε πορτοπαράθυρα και τα ασβεστωμένα πεζούλια. Τη γιαγιά Αμαλία την πήραν τα παιδιά της στην Αμερική και το σπίτι έμεινε ανυπεράσπιστο στο χρόνο. Έγινε ένα άδειο κουφάρι, με τα πορτοπαράθυρα να χάσκουν ξεχαρβαλωμένα. Το αγιόκλημα ξεράθηκε. Μα αυτή η μυρωδιά πάντα εκεί. Να επιμένει.
Η Μυρτώ αντίκριζε τα χαλάσματα  κάθε μέρα. Τι την έπιασε απόψε και ξαναγύρισε πίσω στο χρόνο; Ίσως η μυρωδιά από το αγιόκλημα. Ίσως η εκκωφαντική σιωπή. Πού πήγαν οι φωνές των παιδιών; Τα παραμύθια των γιαγιάδων;
Στ’ αυτιά της έφτασαν ήχοι γνώριμοι. Μπουφ! Η αγαπημένη λέξη των παιδικών της χρόνων. Η λέξη που σηματοδοτούσε την έναρξη της χαράς, της ξεκούρασης, της φυγής από το άγχος των μαθημάτων.
Μπουφ! Να τη πάλι. Κι αυτή τη φορά με συνοδεία …άμπε μπα μπλομ … ο Καρακατσάνης μπήκε στο τηγάνι… άκατα μάκατα… τσακωμοί αν κάποιος έκανε ζαβολιά στο μέτρημα κι έπειτα γέλια, φωνές και φτου ξελευτερία!
Ο Νίκος άνοιξε την πόρτα, ακούμπησε τα κλειδιά στο τραπέζι και κάθισε δίπλα της όσο πιο αθόρυβα μπορούσε. Πρώτη φορά την έβλεπε αμίλητη με το βλέμμα καρφωμένο στα απέναντι χαλάσματα. Το τρίξιμο της πολυθρόνας τον πρόδωσε.
Η Μυρτώ γύρισε και τον κοίταξε. Ακούμπησε το κεφάλι στον ώμο του κι έβγαλε από το ντουλάπι του χρόνου τα χρώματα, τα αρώματα, τα ακούσματα και τις εικόνες μιας άλλης εποχής. Θυμήθηκαν μαζί το κυνηγητό ανάμεσα στα δέντρα, το κρυφτό πίσω από τις μάντρες, τα μήλα μπροστά από την αυλόπορτα αλλά και τα  κεράσματα της γιαγιάς Αμαλίας . Μια φέτα ψωμί αλειμμένη με λάδι και ζάχαρη κι ένα ποτήρι νερό ήταν αρκετά για να τυλίξουν με μεγαλύτερη γλύκα τη θύμηση των παιδικών τους χρόνων.
Η φωνή της κόρης τους διέκοψε το ταξίδι στο χρόνο και τους επανέφερε στην πραγματικότητα.
Ναι! Νίκησα! Φώναζε.
Γύρισαν και την κοίταξαν. Κρατούσε στα χέρια της το τάμπλετ. Με μάτια καρφωμένα στην οθόνη και με χέρια που άπληστα ακολουθούσαν κάτι να κινείται, ζούσε το δικό της όνειρο.
-Μα τι παιχνίδι είναι τούτο; Μονολόγησε η Μυρτώ. Υπάρχει παιχνίδι χωρίς φίλους, χωρίς γέλια και φωνές, χωρίς τσακωμούς, χωρίς αναψοκοκκίνισμα στα μάγουλα, χωρίς γρατζουνιές στα γόνατα; Και το μπουφ πού πήγε; Δεν μπορεί να χάθηκε. Σίγουρα είναι κρυμμένο εκεί ανάμεσα στα χαλάσματα και περιμένει κάποιες παιδικές φωνές για να βγει και να φωνάξει φτου ξελευτερία!
-Μπα σε καλό σου Μυρτώ. Τι σε έπιασε απόψε; Τι σου φταίει το παιχνίδι των παιδιών; Πάρ’ το απόφαση. Οι εποχές αλλάζουν, το ίδιο και τα παιχνίδια. Μου φαίνεται πως άρχισες να γερνάς… της είπε πειραχτικά ο Νίκος και την τσίμπησε στο μάγουλο.
-Τα παιχνίδια μπορεί να αλλάζουν. Όχι όμως και οι ανάγκες των παιδιών, γύρισε και του είπε κοφτά.
Ήπιε την τελευταία γουλιά κι άφησε το ποτήρι στο τραπέζι. Είχε πάρει την απόφαση να γνωρίσει στα παιδιά της το μπουφ!  Ήταν σίγουρη πως αν το γνώριζαν, θα  το έκρυβαν βαθιά  μες στην καρδιά τους κι  ακόμη κι αν  το τύλιγε ο χρόνος με τη λήθη του, εκείνο θα έβρισκε μια χαραμάδα για να βγει. Αλλά κι αν το έβρισκαν παλιομοδίτικο, άξιζε να το γνωρίσουν και μετά ας αποφάσιζαν. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να γίνει η αρχή. Και η Μυρτώ αποφασιστική και πεισματάρα καθώς ήταν, είχε πάρει την απόφασή της. Κι αυτή την απόφαση έπρεπε να την τυλίξει με μυστήριο και φαντασία για να δώσει  κίνητρο στα παιδιά να ανακαλύψουν μόνα τους τα αραχνιασμένα μονοπάτια που θα τα οδηγούσαν σε αυτή τη μαγική λέξη. Ήξερε πως τα παιδιά από τη φύση τους ήταν έτοιμα να δεχτούν αυτή την πρόσκληση και πρόκληση μαζί.
Το ίδιο εκείνο βράδυ, εκεί, απέναντι στα χαλάσματα,  θα έψαχναν το μπουφ. Θα καλούσαν κι άλλα παιδιά. Εκείνα που βρίσκονταν στα σπίτια τους αναζητώντας τη φυγή μέσα από τα δικά τους μοναχικά παιχνίδια. Ήταν πιο απλό απ’ ότι περίμενε. Το μπουφ βγήκε από τα ερείπια, ταξίδεψε σε άλλο χρόνο, έπιασε από το χέρι τα παιδιά και τα οδήγησε στην πραγματική χαρά του παιχνιδιού. Έδωσε χρώμα στα μάγουλά  τους, ήχο στη φωνή τους, συντροφικότητα στα παιχνίδια τους.  Τα χαλάσματα απέκτησαν ζωή κι η γειτονιά γέμισε φωνές.
Κι αυτή η μυρωδιά από το αγιόκλημα  πάντα εκεί. Να επιμένει και να φωνάζει μαζί με τα παιδιά: Μπουφ  και …φτου ξελευτερία!


Πέμπτη 18 Αυγούστου 2016

ΜΑΧΗ ΤΖΟΥΓΑΝΑΚΗ - Λόγια του αυτοκινήτου.













Λόγια του αυτοκινήτου
-Κώστα το δυναμώνεις;
-Καλά δεν είναι τόσο;
-Γιατί είναι καλά;
-Τι εννοείς; Τα αυτάκια μου δεν τα λυπάσαι; Το κεφάλι μου; Την ηρεμία μου;
-Όλα αυτά γιατί θέλω δυο σκάλες παραπάνω;
-Μα εσύ δε θες δυο σκάλες, εσύ ασανσέρ θέλεις!
-Θα τελειώσει το τραγούδι και ακόμα θα μουρμουράς χριστιανέ μου!
-Ώχουυυυυ, δε γλιτώνω από τη μουρμούρα σου. Ορίστε να! Καλά είσαι έτσι; Εεεεεεεεεεεεεεεε;
-Γιατί φωνάζεις χριστιανέ μου;
-Γιατί δεν ξέρω αν πλέον μπορείς να ακούσεις κάτι πέρα από δαύτην τη μουσική
-Αμάν βρε Κώστα μου, αμάν!
-Τι αμάν ρε Καίτη; Τι αμάν;
-Ε μα λίγο ρομαντισμό δε διαθέτεις βρε παιδί μου;
-Ρομαντισμός η κώφωσή μου; Ε όχι Καιτούλα μου δεν είμαι διόλου ρομαντικός αν το θέτεις έτσι.
-Ναι γιατί είσαι αλλιώς…
-Καιτούλα φιρί φιρί το πας. Γιατί μου τη λες βρε Καίτη ε;
-Ε μα… εδώ παίζει το πιο αγαπησιάρικο τραγούδι της εποχής και εσύ το λιβανίζεις. Αντί να απλώσεις λίγο το κουλό σου και να με αγκαλιάσεις!
-Τι λες βρε Καίτη! Οδηγώ τόση ώρα και εσύ μου θες και αγκαλιές; Να σκοτωθούμε θες;
-Σιγά βρε Κώστα σιγά! Κάποτε οδηγούσες με το ένα χέρι και το άλλο δεν το ξεκολλούσες από το πόδι μου!
-Εμ, τότε πάλευα ο χριστιανός μπας και με αφήσεις να πιάσω και τίποτε άλλο!
-Α! Δηλαδή τώρα που τα έπιασες όλα πάει ε; Ως εκεί φτάνει δηλαδή ο «ρομαντισμός» σου!
-Όχι, ως εκεί φτάνει πλέον το τύμπανό μου. Να χαμηλώσω τώρα; Τέλειωσε το τραγούδι σου!
-Τέλειωσε; Ορίστε ορίστε! Μιλάς τόση ώρα με την αγριοφωνάρα σου και έχασα όλο το τραγούδι! Τι κατάλαβες, ε τι κατάλαβες;
-Τίποτα δεν κατάλαβα. Χρόνια τώρα το χώνεψα ότι απλά πρέπει να σε ακούω. Το να καταλαβαίνω κιόλας είναι πολυτέλεια.
-Σταμάτα τώρα το αυτοκίνητο! Σταμάτα!
-Τι λες βρε Καίτη μέσα στην Εθνική Οδό;
-Κώστα, σταμάτα γιατί θα ανοίξω τώρα την πόρτα!
-Έλα βρε Καίτη ηρέμησε! Πλάκα σου έκανα!
-Πλάκα μου κάνεις χρόνια τώρα. Μα δε γελάω. Έπαψα να γελάω!
-Τι λες βρε Καίτη, πριν λίγο δε γελάγαμε που σχολιάζαμε τη νέα γκόμενα του γιου μας;
-Είδες; Μόνο τα παιδιά μας, μου δίνουν πλέον χαρά!
-Ορίστε;
-Σταμάτα!
-Άσε κορίτσι μου την πόρτα ήσυχη. Ορίστε ορίστε θα κάνω στην άκρη, περίμενε ντε!
-Πώς με είπες;
-Κορίτσι μου.
-Κώστα μου…
-Τι είναι πάλι;
-Είμαι μπαμπόγρια πλέον και εσύ μες λες κορίτσι σου…
-Αφού είσαι το κορίτσι μου βρε χαζή!
-Άκου Κώστα! Το ξαναβάλαν το τραγούδι μου! Δεν το πιστεύω! Τι τύχη!
-Τι τύχη βρε μπαμπόγριά μου; CD είχα τόση ώρα και μόλις πάτησα το replay. Για σένα το αγόρασα. Για να ακούς στη διαδρομή αυτά τα ψυχοπονιάρικα που σου αρέσουν. Χαζή ε χαζή…



Τζουγανάκη Μάχη

Πέμπτη 11 Αυγούστου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ, «Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ».



Λένα Μαυρουδή Μούλιου
Β.Ε.

«Η ΕΚΔΙΚΗΣΗ»

Η Βίκυ, δεν θυμάται στη ζωή της να έχει μισήσει άνθρωπο, ή να ευχήθηκε το χαμό του. Ναι μεν λοιπόν άνθρωπο δεν μίσησε, μα δύο Κράτη ναι και μάλιστα πολύ. Την Τουρκία και τη Γερμανία. Την πρώτη για τα δεινά που υπέστησαν οι πρόγονοί της και τον ξεριζωμό τους και την δεύτερη για τις πληγές που άφησε στην ψυχή της η φρικτή τετράχρονη Κατοχή. Νόμιζε λοιπόν ότι το συναίσθημα αυτό, πέραν της μονιμότητάς του γι αυτά τα δύο Έθνη δεν θα το γνώριζε ποτέ. Να όμως που γελάστηκε, γιατί τώρα μισούσε, μισούσε με όλο της το είναι και όλες της οι σκέψεις, ολημερίς κι’ ολονυχτίς ήταν δοσμένες σε σχέδια εκδίκησης και αφανισμού, αυτή που δεν είχε βλάψει μήτε ανωφελή κώνωπα. Μισούσε θανάσιμα το πρώην αγόρι της και τούτο, όχι γιατί αυτός πρόδωσε τις προσδοκίες και τον δεσμό τους, αλλά για τον τρόπο που την εξέθεσε στα μάτια του περίγυρού τους διαδίδοντας πράγματα φρικτά. Λεπτομέρειες ιδιωτικές της κοινής ζωής τους των τριών χρόνων, συνήθειες και συμπεριφορές της που διανθισμένες με κακόβουλη ειρωνεία, φάνταζαν τουλάχιστον σαν βιτσιόζικες και πάντως όχι και τόσο νορμάλ, πράγμα που βέβαια πολύ απείχε από την πραγματικότητα.    
Γιατί το έκανε αυτό;
Μόνο και μόνο γιατί η κοπέλα μετά τον χωρισμό τους δεν έστρεξε ξωπίσω του, δεν έπεσε στα πατώματα, δεν θρήνησε. Για τον απλούστατο λόγο ότι εκείνη πίστευε ακραδάντως ότι άπαξ και το γυαλί ράγιζε το όποιο κόλλημά του θα ήταν επισφαλές και πάντα έτοιμο προς διάλυση. Μα ο Αντρέας δεν ήταν αυτής της Σχολής. Περίμενε από εκείνη να τον εκλιπαρήσει. Και όταν είδε ότι όχι μόνον δεν έγινε κάτι τέτοιο και ότι ίσως να αισθανόταν και βαθιά ανακούφιση από τη  διάλυση του δεσμού τους, ήρθε και λύσσαξε που λένε. Έδειξε τόσο κόκκινο το κοντέρ μέτρησης της κακίας του που αυτό κινδύνευσε να εκραγεί. Και μόνο to ότι εξέλαβε σαν αδιαφορία, την καρτερικότητα και τον αυτοσεβασμό της κοπέλας, φανέρωνε την παράνοια του ατόμου. Και έμ εσε πράγματα εναντίον της που ξευτελίζουν το ανθρώπινο είδος, τονώνοντας έτσι κατά την άποψή του την δική του αυτοεκτίμηση και αυταρέσκεια. Εκτόξευε τόση λάσπη ο ανεμιστήρας του, που έστω και λίγη να κολλούσε κάπου, τον επιδιωκόμενο σκοπό του τον υπηρετούσε. Απόδειξη ότι κοινοί τους φίλοι άρχισαν να απομακρύνονται  από την παρέα της. Η Βίκυ στην αρχή δεν πολυκατάλαβε τι συνέβαινε …Μα όταν το κατάλαβε ένιωσε μια τέτοια αηδία και θυμό που δεν μπορούσε να τον τιθασεύσει. 
Η διασπορά ψευδών ειδήσεων έβαινε διαρκώς αυξανόμενη και διογκούμενη που άπτονταν πια του σκανδάλου.
Η κατάσταση του κοριτσιού έφτασε να γίνει τραγική. Ντρεπόταν τους δικούς της οι οποίοι ναι μεν της συμπαραστέκονταν αλλά που εκείνη έτσι όπως ήταν ευαισθητοποιημένη και την φευγαλέα σκιά που ΝΟΜΙΖΕ ότι διέκρινε στα μάτια τους, κάτι σαν ‘’λες να,’’ την τρέλαινε. Δεν ήθελε και πολύ πια για  να χάσει τον έλεγχο και να θέλει να του κλείσει το άνανδρο στόμα παντοι οτρόπως. Το μικρόβιο της εκδίκησης πολλαπλασιαζόταν με γρήγορους ρυθμούς σχηματίζοντας τεράστιες αποικίες, θέριεψε. Η Βίκυ έβαλε εμπρός ένα διαβολικό πράγματι σχέδιο εκδίκησης.
Αγόρασε με την βοήθεια ενός φίλου που ήξερε από όπλα, ένα πιστόλι, λέγοντάς του ότι μάθαινε σκοποβολή για την αυτοάμυνά της από εχθρούς που απειλούσαν αυτήν και την οικογένειά της. Τού είπε ότι το κατήγγειλε στην αστυνομία και ότι ζήτησε άδεια οπλοφορίας. Ο φίλος τής συνέστησε να αγοράσει κάποιο  που έμοιαζε μεν με παιχνιδάκι έτσι μικρό που ήταν αλλά που κατείχε το ρεκόρ ευθυβολίας μην παρεκκλίνοντας από τον στόχο ούτε χιλιοστό. Ήταν το μικρότερο πιστόλι που είχε κατασκευαστεί ever.Μετρούσε τρία χρόνια ζωής  και ήταν πιο αποτελεσματικό από οποιοδήποτε άλλο μεγαλύτερό του καθώς εκεί που σημάδευες εκεί οδηγούνταν η σφαίρα χωρίς ούτε χιλιοστό παρέκκλισης όπως προείπαμε. Έχουν και τα όπλα τα χαρίσματά τους στο τρόπο που μετέρχονται για να επιφέρουν μια καταστροφή… Κόστιζε γύρω στα 400 ευρώ ποσό σχετικά μεγάλο όσο και ο σκοπός για τον οποίο το ήθελε η Βίκυ.
Η αγορά πραγματοποιήθηκε και η κοπέλα μπήκε σε ένα άλλο επίπεδο σχεδίου πια, πώς να πετύχει  αυτό το  σχέδιο χωρίς να σφάλει, γιατί η ευκαιρία έπρεπε να είναι ΜΙΑ. Ορισμένα πράγματα έτσι και δεν τα πετύχεις με την πρώτη δεύτερη ευκαιρία δεν σού δίνεται. Μεγάλο ρόλο βέβαια παίζει και ο τρόπος που ο βελζεβούλ θα βάλει το χέρι του, το  κέρατό του να πούμε σωστότερα, προστρέχοντας για βοήθεια.  
Υπήρχαν και στιγμές δισταγμού, λιποψυχίας , μα ένα τραγικό γεγονός έδωσε την αποφασιστική διαταγή :‘’ΠΥΡ,’’ και δεν γινόταν πια να κάνει πίσω.
Ο αγαπημένος της πατέρας, παίζοντας ξερή στο καφενείο της γειτονιάς και εν μέσω αστεϊσμών και πειραγμάτων των συμπαικτών του εξέλαβε ένα πείραγμα σαν υπαινιγμό για τις κακοήθειες που ξερνούσε το βρωμόστομα του πρώην φίλου του παιδιού του, συγχύστηκε και ένα οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου είχε σαν αποτέλεσμα αυτή η ‘’ξερή’’ να είναι και η τελευταία του. Το γεγονός τούτου του θανάτου ήταν και η χαριστική βολή στις όποιες αναστολές το κοριτσιού και όταν ο πρώτος καιρός το πένθους πέρασε, έβαλε μπρός το σχέδιο εξόντωσης του Αντρέα. Αυτός ο προδότης και αισχρός συκοφάντης ήταν πια στα μάτια της ο δολοφόνος και  του πατέρα της.

Παρασκευή 5 Αυγούστου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ - «Ο κύριους Αγαμέμνων».



Λένα Μαυρουδή Μούλιου
Β.Ε.
«Ο κύριους Αγαμέμνων»

«Αλό, παρακαλώ ποιον ιθέλιτι; Πώς είπατι; Κυρία Μυρτώ; Α, δεν ίνι ιντώ. Σε διακοπές με πιντιά και κύριους Αγαμέμνων»…
Μα μόλις είπε την ανωτέρω φράση αμέσως η Γολάντα το μετάνιωσε, ήταν αργά όμως να πάρει πίσω τα λόγια της. Και να πεις ότι δεν την είχαν συμβουλεύσει τα αφεντικά να μη δίνει λεπτομέρειες για το πού βρίσκονται, για το φόβο βέβαια των Ιουδαίων που μεταφράζεται εν προκειμένω σε κλέφτες όλων των βαθμίδων από κλεφτρόνια μέχρι κακοποιούς και πάνω.
Αγριεύτηκε.
Πήγε και διπλοκλείδωσε πορτοπαράθυρα, μα βέβαια αυτή δεν ήταν λύση. Με τόση ζέστη και για τόσες μέρες που όλοι θα λείπουν πώς θα έμενε έτσι σαν φυλακισμένος πόντικας έστω και με την πολυτέλεια του air condition στο φουλ; Όλη τη μέχρι τώρα ζωή της στη μακρινή της πατρίδα, την είχε ζήσει στο ύπαιθρο και ένιωθε τώρα σαν το καναρίνι μέσα στο πολυτελές του κλουβί. Περιήλθε σε τέτοια κλειστοφοβία και πανικό, που ακόμη και στον κήπο που κατέβαινε το δειλινό να επιβλέψει το αυτόματο πότισμα, διπλοκλείδωνε πρώτα το σπίτι και τα κλειδιά τα έπαιρνε και τα έκρυβε κάπου στον κήπο και οι κλέφτες αν ήθελαν ας άνοιγαν με πασπαρτού για να μπουν μέσα. Όσο για τα κλειδιά του σπιτιού είχε έτοιμη την δικαιολογία: «Ιγκώ η χαζή κλείστηκα όξω από σπίτι και δεν ιξέρω πώς μπει μέσα σ’ αυτό. Και πώς καλέσω εκατό χωρίς τηλέφωνο;» (σημ. ζητούμε συγγνώμη από το αναγνωστικό κοινό μας για τα ελληνικά της Γιολάντας, σε κάθε περίπτωση όμως τα βρίσκουμε πιο χαριτωμένα και κατανοητά ως προς το συντακτικό τους τουλάχιστον από τις μεταφράσεις του Google στo internet!!!)

Παρακολουθώντας λοιπόν το πότισμα έκανε την αφαιρετική της πλάθοντας με την γόνιμη φαντασία της ιστορίες γι’ αγρίους που λένε.
Πότε είχε να βρεθεί αντιμέτωπη με πειρατές, ο στόλος των οποίων διάλεξε το δικό τους απάνεμο  λιμανάκι στα ριζά του λόφου της βίλας να παραμείνει όσον καιρό θα λεηλατούσε την περιοχή ολόγυρα στο πλούσιο σπίτι.
 Πότε να αντιπαλέψει με έναν ανώμαλο βιαστή νεαρών οικιακών βοηθών καληώρα σαν εκείνη, που βρίσκονταν μόνες στα πλούσια σπίτια των αφεντάδων τους.
 Και πότε να έρθει ενώπιος ενωπίω με συμπατριώτες της κακοποιούς με τους οποίους ήταν πολύ θυμωμένο το έξυπνο θηλυκό. Αυτήν την τελευταία περίπτωση την προτιμούσε σαν προοπτική γιατί ήθελε να τα ψάλει δια ζώσης στους συμπατριώτες της που δεν σέβονταν τον τόπο που τόσο απλόχερα τους προσέφερε πολιτικό άσυλο όταν το ζήτησαν κυνηγημένοι από τα καθεστώτα των χωρών τους που βρίσκονταν σε εμπόλεμη κατάσταση. ‘’Το ευχαριστώ σας μωρέ είναι αυτό; Ντροπή σας και κατάντια σας’’ θα τους έλεγε.
 Και κάποιες άλλες φορές, α, μα κάποιες άλλες φορές,  περνούσε από το ευφάνταστο μυαλό της ότι ο γιος του καφετεριά απέναντι που την φλέρταρε διακριτικά, θα εύρισκε τον τρόπο να την πλησιάσει τώρα που ήταν μόνη και λόγο στον λόγο θα τα έφτιαχναν και θα άρχιζε ένα υπέροχο love story παρμένο θαρρείς από τα ΑΡΛΕΚΙΝ περασμένων εποχών…
Με τούτα και με κείνα το πότισμα του κήπου το παρακολουθούσε ευχάριστα και η ώρα κυλούσε όπως κυλούσε κελαριστά το νεράκι πάνω στα διψασμένα πανέμορφα λουλούδια του μαγευτικού κήπου…

Πέμπτη 28 Ιουλίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ - «Η ΒΛΑΚΕΙΑ» της ΛΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ.





Ο ΑΪΝΣΤΆΙΝ συνήθιζε να λέει:
‘‘Δύο πράγματα είναι άπειρα. Η ΒΛΑΚΕΙΑ και το ΣΥΜΠΑΝ. Για το δεύτερο δεν είμαι σίγουρος!...’’
«Λοιπόν Μαρία μου θα σε παρακαλέσω όσο πιο θερμά γίνεται να μεταβιβάσεις το απόφθεγμα αυτό, του Μεγάλου Γερμανού Φυσικού στον αγαπητό μου κατά τα άλλα boss σου και να του πεις ότι του το αφιερώνω με όλη μου τη καρδιά.
 Στο πρόσωπό του βρίσκει την απόλυτη εφαρμογή του.
Καθόλου δεν μου αρέσει να κακολογώ ανθρώπους, πόσω μάλλον αν είναι φίλοι μου και συνάμα πελάτες. Αλλά κορίτσι μου, ο Γιώργος, μου ανεβάζει το αίμα στο κεφάλι.
Μα είναι ποτέ δυνατόν;
Έκανε μια βλακεία τέτοιου βεληνεκούς και το θυμήθηκε ΤΩΡΑ μετά τόσον καιρό να μας το εξομολογηθεί ζητώντας τη βοήθειά μας να τον βγάλουμε από το λάκκο που μόνος του έσκαψε και έπεσε μέσα;
Μας ζητά να βρούμε λέει παραθυράκια στους Νόμους εμείς οι Νομικοί του σύμβουλοι, για να τον ξελασπώσουμε.
Να του πεις, μακάρι να βρούμε, μα όχι για να τον σώσουμε, αλλά να τον εκπαραθυρώσουμε, και να ξεμπερδεύουμε μαζί του μια και καλή, που ο διάβολος να τον πάρει.
Και μας το ζητάει έτσι, ανερυθρίαστα!...
Τέτοια απροσμέτρητη βλακεία.
Είχε λέει, υπογράψει με τη γυναίκα του,( χωρίς καν να ρωτήσει εμάς τους συμβούλους του) προγαμιαίο συμβόλαιο, με κάτι όρους που δε βάζει ο νους λογικού όντος.
‘‘Είχε, λέει, εμπιστοσύνη ’’!
Εμείς όλοι, ο εξής ένας, δηλαδή εγώ, δεν εμπιστεύομαι παρά μόνο το Μάρκο τον σκύλο μου. Και να πεις ότι δεν το ξέρει; Του το έχω πει άπειρες φορές. Είναι ένα σλόγκαν μου βγαλμένο από την πολύχρονη πείρα της δουλειάς μου.
 Εκείνος όμως με έγραψε, τόσο σαν φίλο, όσο και σαν δικηγόρο του.
 Βρε που να τον πάρει ο διάβολος το γερομπισμπίκη, τον ξεμωραμένο πανίβλακα!
Τι σου τα λέω τώρα και σένα όλα αυτά γραμματέας πράγμα;
Μα σε κάποιον έπρεπε να τα πω να ξεθυμάνω, για να μη με τσιμπήσει κανένα εγκεφαλικό από αυτά που τελευταία σέρνονται, θαρρείς και έχουν λάβει επιδημική μορφή.
Γεια σου κορίτσι μου. Τα ξαναλέμε. Θα περάσω μόλις μου τηλεφωνήσεις ότι είναι εύκαιρος και σε παρακαλώ, φρόντισε να ζητήσεις μια ολιγόωρη άδεια όσο εγώ θα είμαι μαζί του, γιατί αυτά που θα του πω, δεν είναι για αυτάκια σαν τα δικά σου, θα κάνεις έμετο αν μείνεις .Σου το υπογράφω…
Ηχομόνωση έχει το γραφείο σας;
Όχι;
Κακώς, πολύ κακώς».

Δεν είχε άδικο ο άμοιρος ο δικηγόρος που ήταν έτσι έξαλλος.
Όταν κάνεις business ερωτικές, οφείλεις να βάλεις τους συναισθηματισμούς σου και την προαναφερθείσα εμπιστοσύνη σου μέσα σε ένα όμορφο και ευρύχωρο κουτάκι, να το διπλοκλειδώσεις και να φυλάξεις το κλειδί. Και λέμε ‘’ευρύχωρο,’’ γιατί θα χρειαστείς στην πορεία, να κλειδώσεις και άλλα πράγματα εκεί μέσα.
Τώρα ο δικηγόρος σου είναι υποχρεωμένος να διαβάζει τους Νόμους ξανά μανά, πράγμα που έχει να το κάνει, εδώ που τα λέμε, χρόνια και χρόνια. Ε, πώς να το κάνουμε; Δεν του ζητάνε και τόσο συχνά να ψάχνει προς ανεύρεση παραθύρων πράγμα κουραστικό και με επιπλέον διάβασμα του συνήθους!
Να μην είναι λοιπόν εξαγριωμένος ο επιστήμων;
Δεν γνωρίζουμε εάν ο εντολέας του θα πληρώσει εκτός της προβλεπόμενης αμοιβής και παράβολο βλακείας. Αυτό δεν το ξέρουμε, και τούτο γιατί αγνοούμε εάν ένα τέτοιο παράβολο υπάρχει.
Υπάρχει; αλήθεια;
Ναι ε;
Για δες που μας διέφευγε.
Μα λέμε και λέμε και λέμε και το τι έγινε ακριβώς, δεν το αγγίζουμε.
Τι συνέβη λοιπόν τελικά;…
Ιδού:
Ο εν λόγω βλαξ, έτυχε, πεντηκοντούτης ων και κάτι ψιλά, να ερωτευτεί άγρια, παράφορα, μια αιθέρια ύπαρξη εκ Ρωσίας ορμώμενη (πολύ όμορφη όμως η άτιμη) και να χάσει το νου του.
Η εν λόγω νεαρή –γιατί περί νεαρής πρόκειται- εκτός όλων των προσόντων της ορατών τε και αοράτων, (κυρίως αυτών των δεύτερων) είχε και ένα σοβαρό μειονέκτημα που το γνώριζε μόνον η ίδια. Ήταν ολίγον πονηρή και απατεώνισσα, ολίγον επίσης περισσότερο του συνήθους για γυναίκα της ηλικίας της και του τόπου προέλευσής της, πράγματα μη αναγραφόμενα στο βιογραφικό της μα ούτε και σε κανένα εκ των επισήμων εγγράφων, της ταυτότητάς της μη εξαιρουμένης.
Της ζήτησε να τον παντρευτεί. Με γάμο κανονικό και όχι λευκό προς απόκτηση βίζας και μόνο, ή νόμιμης άδειας παραμονής της, πράγματα πολύ συνηθισμένα στις μέρες μας.
Της το ζήτησε ο έχων τα διπλά της χρόνια συν καμιά δεκαριά ακόμα για καβάντζα που κουβαλούσε στις πλάτες του.
 Και η πτωχή, πλην πανέμορφη πρώην Σοβιετικιά, του ζήτησε κάτι το πολύ απλό ως αντάλλαγμα. Να υπογράψει ένα χαρτί που να λέει ότι σε περίπτωση διάλυσης του γάμου τούτου (κούφια η ώρα που τ΄ ακούει), για λόγους που δεν είναι της παρούσης να αναλύσουμε, γιατί θα τελειώσει και το διήγημα που καλά καλά δεν άρχισε, ο εν λόγω ερωτευμένος παλίμπαις όφειλε να της ‘’δωρίσει’’ το ήμισυ της κινητής τε και ακίνητης περιουσίας του ακριβώς.
Δια του ΔΥΟ όλα, από όσα είχε και δεν είχε.
ΌΛΑ.
Εκτός μόνον των ΔΙΚΩΝ του ατομικών ‘’τριών’’, που δεν διαιρούνται ει μη μόνο αχρηστεύονται ή και παροπλίζονται, λόγω αλόγιστης …χρήσης (τι λέω Θεέ μου!)

Όλα απολύτως Νόμιμα. Σε συμβολαιογράφο με σφραγίδες και βούλες και σαν επισφράγιση, ένα κραγιονάτο φιλί από εκείνα τα βαθιά λαρυγγάτα που τον τρέλαιναν τον Χριστιανό.
Δεν διανοήθηκε ούτε για μια και μόνο στιγμή να πάρει τη γνώμη του Νομικού του Συμβούλου και φίλου του, για το ότι έβαζε την υπογραφή του σε ένα κείμενο που βαριόταν ακόμη και μια ματιά να του ρίξει. Ήταν λέει προσωπική του υπόθεση και είχε τυφλή εμπιστοσύνη στο μωράκι του, σ‘ αυτό το κορίτσι το τόσο υπεράνω συμφερόντων (και λίγα λέμε και λίγα λέμε…)

Τρίτη 5 Ιουλίου 2016

ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ - ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟ ΔΙΗΓΗΜΑ, "ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ".


«Μόνα Λίζα»
(Μέρος από το μυθιστόρημα: ’’ΤΟ  ΤΕΤΡΑΔΙΟ’’)

Είχα έναν φίλο που τον αγαπούσα και κυρίως τον εκτιμούσα πολύ.
Φίλοι από τα παιδικά μας χρόνια.
Μεγαλώσαμε, μας πήρε η μπάλα της ζωής, απομακρυνθήκαμε, μα δεν χαθήκαμε τελείως. Το έφερε έτσι η τύχη και οι επαγγελματικές μας ενασχολήσεις, τα ιατρεία μας, βρίσκονταν στην ίδια γειτονιά. Οδοντίατρος ο φίλος, γιατρός παθολόγος εγώ.
Όπως προείπα, τα ιατρεία μας κοντά.
Για να πάω στο ιατρείο μου, έπρεπε να περάσω από τον πεζόδρομο όπου είχε το δικό του ο παιδικός μου φίλος.
Βιαστικός εγώ πάντα, δεν εύρισκα ποτέ χρόνο να κτυπήσω το κουδούνι, να ανέβω και να ανταλλάξουμε μια δυο κουβέντες.
Έτσι, περνώντας καθημερινώς, του σφύριζα δυο τρία μουσικά μέτρα από τη ΜΟΝΑ ΛΙΖΑ το πασίγνωστο τραγούδι με τον Νατ Κινγκ Κόουλ. Ο φίλος μου, πάντα μα πάντα, αποκρινόταν από το παράθυρό του με τον ίδιο τρόπο. Αυτός ήταν ο χαιρετισμός και το κάλεσμα που είχαμε από παιδιά, ήταν το σύνθημά μας. Mέσα σ’ αυτά τα δύο τρία μουσικά μέτρα του πενταγράμμου κρυβόταν ένας ζεστός φιλικός μελωδικός χαιρετισμός σαν να λέγαμε: «Γεια σου φίλε. Είμαι πάντα εδώ και ό, τι θέλεις στη διάθεσή σου. Καλή σου μέρα…»
Δεν υπήρχε περίπτωση εγώ να σφυρίξω και απάντηση να μην πάρω.
Μα σφράγισμα να έκανε; Μα εξαγωγή; Απάντηση στο σφύριγμά μου θα είχα.
Τύχαινε να περάσουν εβδομάδες ή και μήνες ακόμη πολλές φορές, για να συναντηθούμε έστω και λίγο. Όμως σύνδρομο στερητικό δεν νιώθαμε, Το σφύριγμά μας γέμιζε το κενό και γεφύρωνε την ελλιπή επαφή.  

Ίσως φανεί παράξενο αυτό που θα πω, μα πώς να το κάνουμε; Συνέβαινε. Από το ηχόχρωμα του σφυρίγματός μας καταλαβαίναμε αν ο άλλος ήταν χαρούμενος, αγχωμένος, στενοχωρημένος. Αν μάλιστα συνέβαινε αυτό το τελευταίο, ακολουθούσε ένα σύντομο τηλεφώνημα και τα λέγαμε όσο μας έπαιρνε ο χρόνος μας.

Μια Παρασκευή βράδυ, που δεν πρόκειται να ξεχάσω μέχρι να βγει η τελευταία μου ανάσα, ακούω στις ειδήσεις καθώς ξυριζόμουνα για να βγω να πάω στο ραντεβού με το κορίτσι μου:
‘’Άγρια δολοφονία στο Παγκράτι στην οδό τάδε. Βρέθηκε δολοφονημένος ο γνωστός Οδοντίατρος Ρένος Μ. (το όνομα του φίλου μου )νεκρός εδώ και 48 ώρες σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις του Ιατροδικαστή.
Τον βρήκε η καθαρίστρια που πήγε να καθαρίσει το ιατρείο του όπως έκανε δυο φορές την εβδομάδα.’’
Τρελάθηκα!...
Από την ταραχή μου, κατάφερα ένα γερό κόψιμο στο μάγουλό μου, το αίμα έτρεχε, γέμισα τον τόπο και το πήρα είδηση μετά από ώρα!
Με τρεμάμενα πόδια σωριάστηκα σε μια πολυθρόνα και δεν ντρέπομαι να το πω με πήραν τα κλάματα. Δεν με ένοιαζε ούτε το πώς έγινε το φονικό, ούτε το γιατί, ούτε από ποιον. Τι σημασία είχαν όλα αυτά; Η ουσία είναι ότι έχασα το φίλο μου τον παιδικό μου…  
Δευτερόλεπτα μετά το πρώτο shock, κατάφερα να σηκωθώ να βάλω ένα ουίσκι να το πιω και να νιώσω το αίμα να κυκλοφορεί ζεστό μέσα μου, που πριν ήταν παγωμένο.
Ξαφνικά μια φλασιά με έκανε να ξεφωνίσω σχεδόν.
Τι είπαν μωρέ στις ειδήσεις;
ΝΕΚΡΟΣ ΑΠΟ 48 ΏΡΕΣ;
Σαν να μην είμαστε καθόλου καλά.
Εγώ τόσο ΣΗΜΕΡΑ, όσο και ΧΘΕΣ που πέρασα και του σφύριξα, ανταποκρίθηκε στον χαιρετισμό μου με το γνωστό τρόπο.
Ντύνομαι σαν τρελός και ούτε που θυμάμαι το πώς κατάφερα να πάω μέχρι το γειτονικό αστυνομικό τμήμα.

Πέμπτη 23 Ιουνίου 2016

ΕΛΕΝΑ ΣΑΛΙΓΚΑΡΑ - Η γειτόνισσα, "Μικρές Ιστορίες".


Ο ίδιος σκύλος περιμένει έξω από την πόρτα της και μόλις εκείνη προβάλλει, χοροπηδά ολόγυρά της. Τα χέρια της τον χαϊδεύουν απαλά πριν του προσφέρουν την καθιερωμένη λιχουδιά. Ύστερα κοιτάζει ψηλά και με βλέπει που στέκω στο παράθυρο. Το σύντομο βλέμμα που μου χαρίζει είναι αρκετό για να μην καταφέρω να κοιμηθώ απόψε.
            Δυο γείτονες περνούν και τής αποσπούν την προσοχή. Δεν ακούω τι τους λέει μα νιώθω τα ζεστά λόγια που βγαίνουν από τα χείλη της.
            Κι ενώ ετοιμάζομαι να σηκώσω το χέρι μου για να τη χαιρετίσω, εκείνη ανεβαίνει στο ποδήλατό της. Απομένω να κοιτάζω τα μαλλιά της που ανεμίζουν μέχρι η εικόνα της να χαθεί εντελώς.
            Το είδωλό μου στο τζάμι με κοροϊδεύει. Αλλάζω το ύφος μου και προβάρω αυτά που θέλω να της πω. Καταλήγω πάλι να αναλογίζομαι τα λόγια της τότε που την πέτυχα στο λεωφορείο.
            «Υπάρχει κάτι που δεν κάνεις με αγάπη;» είχα ρωτήσει κι εκείνη χαμογέλασε πλατιά.
            «Αν δεν υπήρχε η αγάπη, δε θα ήμουν τώρα εδώ και δε θα είχαμε τη δυνατότητα να τα πούμε».

            Το σίγουρο είναι πως ανυπομονώ να την πετύχω ξανά κι εύχομαι να βρω το θάρρος τουλάχιστον να της πω πως συμφωνώ.

Τρίτη 14 Ιουνίου 2016

ΔΙΗΓΗΜΑ - ΜΑΧΗ ΤΖΟΥΓΑΝΑΚΗ, "Λέων με ωροσκόπο Καρκίνο".


Λέων με ωροσκόπο Καρκίνο

Το πρωτοβρόχι με βρήκε να περιμένω σε μια γωνία μαζεμένη . Τα σπασμένα πλακάκια από το πεζοδρόμιο γεμίζανε με νερά στις λακκούβες που κάνανε και η εφημερίδα που είχα βάλει πάνω στο κεφάλι, είχε ήδη αρχίσει να μουλιάζει. Κοίταζα το απέναντι πεζοδρόμιο με το πλατύ προστατευτικό μπαλκόνι του σπιτιού από πάνω. Οι περισσότεροι περαστικοί μαζεύτηκαν εκεί. Κι εγώ απέναντι. Στο γκρεμισμένο χαμόσπιτο.
Πώς τα κατάφερα πάλι; Αναρωτιόμουν. Πάντα ενάντια στο κύμα. Λες και το έχω βάλει στοίχημα με κάποιον. Ίσως και να το έχω βάλει «σε κάποια άλλη ζωή» που λέει και ο Πέτρος, ο φίλος των πνευμάτων, κοινώς ένας θεότρελος φίλος μου και τώρα να, το λούζομαι. Προς το παρόν βέβαια, λούζομαι τη μαυρίλα από τα γράμματα της εφημερίδας. Ολόκληρη η κρίση πάνω στο κεφάλι μου. Λουκέτα μαγαζιών, εκλογές και πολιτικοί τσακωμοί, μπερδεμένα στα μαλλιά μου. Άλλος ένας λόγος να κάθομαι με τις ώρες με τη χτένα να ξεμπλέκω τους κόμπους στα μαλλιά. 
Τον κόμπο τον άλλον που έχω στο λαιμό και εκείνον τον μεγάλο στην καρδιά να δω ποια χτένα μπορεί να μου ξεμπλέξει, σκέφτομαι, αλλά στο νου μου έρχεται αμέσως η φιλενάδα η Σοφία με τις σοφίες της και σωπαίνω. Σαν ηχώ μέσα στο άδειο ερείπιο ακούγεται να μου λέει «Σημασία φιλενάδα έχει να χαίρεσαι τα δευτερόλεπτα. Κόμποι και αηδίες. Δε ζεις φιλενάδα μου. Δε ζεις». Ολοζώντανη μέσα στο ρυτιδιασμένο κτίριο τη βλέπω να καπνίζει το τσιγάρο της, αφήνοντας δαχτυλίδια καπνού να πλανιόνται στον αέρα μαζί με τις φιλοσοφίες της. Μπα σε καλό σου… ως εδώ μου ήρθε η καπνίλα! Δε μου φτάνει τούτο το σημερινό μπουγέλο!
Συννεφιά έδειχνε αυτό το μαραφέτι, λέω και κοιτάζω το κινητό. Κοίτα το! Ακόμα και τώρα, για συννεφιά μιλάει. Βρε μπας και είναι μόνο από πάνω μου τούτο το σύννεφο; «Είσαι και λίγο γκαντέμω ρε φιλενάδα» όπως λέει και ο Κωστής, ο αστρολόγος της παρέας. «Πτυχίο στην αστρολογία» μου είχε πει όταν είχαμε συστηθεί και κόντεψε να μου βγει το κρασί από τη μύτη. Άκου πτυχίο! Η θύμηση εκείνης της συνάντησης μου προκαλεί ένα γλυκό γέλιο. Πώς γίναμε φίλοι κανείς δεν ξέρει. Άρχισε και μου έλεγε κάτι ασυναρτησίες για ανάδρομους πλανήτες και εγώ γέλαγα και τον ειρωνευόμουν. Κι εκείνος να επιμένει πως φταίει ο ωροσκόπος που έχω στον Σκορπιό που με κάνει τόσο καυστική. Μα όταν θα συναντήσω Λέων με ωροσκόπο στον Καρκίνο θα βρω λέει τον έρωτα της ζωής μου και θα καλμάρει ο σαρκαστικός εαυτός μου. Να δεις που για αυτό μείναμε φίλοι, λέω. Ενδόμυχα πάντα πίστευα ότι μόνη μου αποκλείεται να εντοπίσω τον οποιονδήποτε Λέοντα ή μη. Και όσο να ναι ο Κωστής, μου έδινε μια σιγουριά ακατανόμαστη. Τη σιγουριά των ζωδίων. Και ας μην χώνεψα ποτέ τι πάει να πει ωροσκόπος και μοίρα που καθορίζεται από δαύτον.
Η βροχή συνεχίζει και εγώ πλέον έχω γίνει το ασχημόπαπο του παραμυθιού που το βρήκε η κακοκαιρία σαν πήγε και ξεμοναχιάστηκε αναζητώντας ένα καλύτερο αύριο. Μία από τις χιλιάδες διασκευές ετούτου του παραμυθιού που εντοπίζω κατά καιρούς στο βιβλιοπωλείο που εργάζομαι. Μόνο το τέλος δεν αλλάζει. Το ασχημόπαπο εξελίσσεται σε έναν όμορφο κύκνο. Τέλος. Ευτυχώς ετούτη η τελευταία σελίδα με κάνει να αισιοδοξώ. Δίνει μια δικαίωση. Τη δική μου δικαίωση. Κάτω από τους κόμπους των μαλλιών, πίσω από τον σαρκαστικό ωροσκόπο Σκορπιό και ό,τι άλλο θες, είμαι εγώ. Θα βρεθώ κάποια στιγμή στο μπουλούκι των κύκνων και θα αναφωνήσουν όλοι μαζί «πού ήσουν τόσο καιρό βρε κυκνάκι!» και θα πετάξω την όποια πανοπλία και θα κουνήσω περήφανα τα φτερά μου.
Ναι λοιπόν. Είμαι ένας κύκνος, λέω δίπλα στο γκρεμισμένο σπίτι. Βλέπω τη Σοφία να γελά ανάμεσα στα χορταριασμένα θεμέλια και τον Πέτρο να φωνάζει ξεκαρδισμένος «σε μια άλλη ζωή φιλενάδα, λίγο πριν γίνεις χαρωπό κοάλα». «Κι εσύ τέκνο Βρούτε;», ρωτάω τον Κωστή που χαχανίζει στο τηλέφωνο που έχω επικίνδυνα σηκώσει προσπαθώντας με χίλια ζόρια να μην το βρέξω και εκείνο με την καταιγίδα. «Ε ναι βρε φιλενάδα. Αφού σου το ‘πα, σήμερα δεν είναι η μέρα σου. Απέφυγε τα extreme sports κι εσύ μου βγήκες με το τιραντέ φουστάνι, σαν την Βουγιουκλάκη, εν μέσω φθινοπώρου!!». Προσπαθώ να μη θυμώσω αλλά εντάξει εδώ που τα λέμε δε μπορώ. Είναι ετούτοι οι φίλοι, σκέφτομαι, που κάνουν το ερείπιο του εαυτού μου να λάμπει σαν πολυτελής βίλα. Με ωροσκόπο Σκορπιό ή μη και τα συναφή, είμαι η φίλη ετούτων των υπέροχων πλασμάτων που με κάνουν να αναπνέω στην άχαρη πόλη που ζω.
Στο απέναντι πεζοδρόμιο, έχω γίνει θέα. Χαχανίζω έχοντας βγάλει την εφημερίδα από πάνω μου, κοιτάζοντας τον γκρίζο ουρανό γευόμενη τις σταγόνες της βροχής έχοντας καταφέρει να πείσω τον εαυτό μου ότι δεν πίνει κάποιο δηλητήριο! Ωραίο το συναίσθημα, να πετάς τις φυλλάδες της κρίσης στα βρωμόνερα και να αφήνεσαι στα απρόοπτα της φύσης! Μπορεί να μην έγινα κύκνος, αλλά έγινα σίγουρα η νέα ατραξιόν του γκρεμισμένου σπιτιού.
Τότε, ένας νέος, βγαλμένος από τον κινηματογράφο του ’70, διασταύρωση Αλεξανδράκη με Χορν με πλησίασε. «Έρχομαι από το απέναντι πεζοδρόμιο» μου είπε. «Εκεί ήταν στεγνά και βαρετά» συνέχισε γελώντας και μου έκλεισε το μάτι.

Λέων με ωροσκόπο Καρκίνο. Άντε να το πεις στον Κωστή τώρα…!