Λένα Μαυρουδή Μούλιου
Β.Ε.
«ΤΟ ΚΑΓΚΕΛΟ ΤΟΥ ΜΠΑΛΚΟΝΙΟΥ»
Το κτύπημα του κουδουνιού,
παρά τη γραπτή απαγόρευση στην τζαμαρία της εισόδου της πολυκατοικίας έκανε την
Ελίζα να θυμώνει. Τι ήταν πια αυτό το κακό με το κουδούνι; Μέχρι που πια
σκέφτηκε να το απενεργοποιήσει για να βρει η γυναίκα την κάποια ησυχία της …
Πότε οι διαφημιστές, πότε κτύπημα κατά λάθος, πότε ο ταχυδρόμος που εύρισκε
βολικό, άγνωστον γιατί, το δικό της το κουδούνι να κτυπά για να αφήσει μέσα από
την πόρτα τα γράμματα, ποντάροντας πιθανόν στην κατανόησή της που πήγαζε από
μιαν έμφυτη ευγένεια για την οποία την παίνευαν όλοι. Ευγενής σύμφωνοι, μα τα
νεύρα της είχαν γίνει τσατάλια Το σπίτι της κάθε άλλο παρά ήταν το ησυχαστήριο
που δικαιούται να έχει καθένας σαν σπίτι του. Έτσι η απόφαση για απενεργοποίηση
ελήφθη και το κουδούνισμα που άκουγε αυτή τη στιγμή ήταν ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ίσως. Γι
αυτό και του έδωσε μιαν ιδιαίτερη σημασία ανοίγοντας την πόρτα της αφού πρώτα
μιλώντας στο θυροτηλέφωνο τής φάνηκε σαν μια φωνή που δεν προμήναγε κακό. Μια
φωνή ζεστή και με μια χροιά ικεσίας και ευγένειας έννοιες για τις οποίες η
Ελίζα ήταν πολύ ευαισθητοποιημένη. Άνοιξε λοιπόν ρισκάροντας.
Ένας άντρας γύρω στα πενήντα
του όπως τον έκοβε, που μπορεί να ήταν και νεότερος αλλά έδειχνε
ταλαιπωρημένος. Άψογα ντυμένος και απέπνεε καθαριότητα και φινέτσα. Την
χαιρέτησε με μιαν ελαφρά υπόκλιση και της είπε με σταθερή φωνή κοιτάζοντάς την
κατ’ ευθείαν στα μάτια:
«Κυρία μου επιτρέψτε μου να
συστηθώ, λέγομαι Λεωνίδας Μανιάτης ορίστε και η ταυτότητά μου. Σας παρακαλώ μην
έχετε ενδοιασμό. Δεν είμαι μήτε λωποδύτης μήτε κανενός είδους κακοποιός, αλλά
ούτε και διαφημιστής ή πλασιέ κάποιου προϊόντος. Δεν κτυπώ έτσι άσκοπα τα
κουδούνια ξένων σπιτιών πιστέψτε με. Θα μπορούσα να μπω για λίγο στο σπίτι σας
παρακαλώ; Είμαι 54 ετών και πριν πενήντα χρόνια ακριβώς άφησα σε τούτο εδώ το
σπίτι την τελευταία μου πνοή».
Η Ελίζα τα έχασε. Σίγουρα
είχε να κάνει με κάποιον ψυχοπαθή που της έλεγε πράγματα ΠΑΛΑΒΑ και που αυτή
πιο παλαβή ακόμη καθόταν σαν χαζή και τον άκουγε. ‘’Πόσοι κα πόσοι σαν και
αυτόν’’ σκέφτηκε ‘’δεν κυκλοφορούν ελεύθερα ανάμεσά μας κινδυνεύοντας τόσο οι
ίδιοι όσο και αθώοι άνθρωποι θύματα της ψυχικής αρρώστιας τους.’’
Μα η Ελίζα ήταν ένας
πονόψυχος και ευγενικός άνθρωπος μα καπάκι και γενναίος γνώστης μιας ή
περισσοτέρων Ιαπωνικών πολεμικών Τεχνών και επομένως δεν φοβόταν. Κρίνοντας δε
από τη σωματική του διάπλαση κατάλαβε ότι αν μη τι άλλο ήταν …του χεριού της θα
τον διέλυε έτσι και ακουμπούσε χέρι πάνω της ή στην περιουσία της. Έτσι του
επέτρεψε να μπει. Την έτρωγε η περιέργεια τι άλλο παλαβό θα είχε να της πει.
Κάθισαν στο σαλόνι.
Ο επισκέπτης έριξε μια ματιά
ολόγυρα και με φωνή συγκινημένη είπε:
Τίποτα δεν άλλαξε πέρα από
την επίπλωση. Ακόμη και το χρώμα στους τοίχους παρέμεινε το ίδιο φρεσκαρισμένο
βέβαια πιθανόν πολλές φορές.
Να ρίξω μια ματιά στη
βεράντα; Δεν το ελπίζω βέβαια αλλά εύχομαι να υπάρχει ακόμη η απίστευτα ωραία
κληματαριά που σκέπαζε τη βεράντα καθώς και το αναρριχώμενο μαγευτικό γιασεμί
που μοσχοβολούσε με το άρωμά του όλη η γειτονιά».
Η Ελίζα τον άκουγε κατάπληκτη.
Πού ήξερε ο άνθρωπος αυτός τόσο για την αιωνόβια κληματαριά όσο για πανέμορφο
γιασεμί; Σίγουρα θα πρέπει να ήταν κάποιος μακρινός συγγενής κάποιος τέλος
πάντων που γνώριζε τον χώρο καλά. Αλλιώς πώς γνώριζε τόσα πολλά για την
πανέμορφη όντως βεράντα, το καμάρι της Ελίζας και του μακαρίτη του άντρα της;
Ο Λεωνίδας βλέποντας την
απορία της τής είπε με απόλυτα φυσική και ειλικρινή φωνή:
«Μην εκπλήσσεστε κυρία μου Σ΄
αυτό το σπίτι γεννήθηκα και εξ αιτίας του ίδιου του σπιτιού πέθανα. Γι‘ αυτό το
γνωρίζω καλά».










