Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονογράφημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 

Ντυμένος με ένα γκρίζο πουκάμισο, μακρύ μανίκι μέσα στο κατακαλόκαιρο , με τη ζέστη να χτυπάει κόκκινο κάπου μπροστά στις στήλες του Ολυμπίου Διός. Περίμενε υπομονετικά μέσα στο κίτρινο ταξί του. Κατεβήκαμε σχεδόν τρέχοντας τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου , ψάχνοντας με το βλέμμα την αναμονή του. Βιαστικοί μες στο απομεσήμερο, κυνηγημένοι από μια ζέστη  ανυπόφορη στο κέντρο της Αθήνας. Μπήκαμε με ανακούφιση στον κλιματισμό του αυτοκινήτου, την ώρα που η εξάντληση έξω έσερνε βαριά τα βήματά της σε μια καυτή άσφαλτο  στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας.
 Του ζητήσαμε να μας πάει στο Σούνιο, μία ώρα περίπου δρόμο. Χαμογέλασε, δεν του τύχαιναν συχνά τέτοιοι πελάτες. Με επιδέξιους , έμπειρους χειρισμούς στο τιμόνι του , απέφυγε την πυκνή κίνηση, βγήκε στην Καισαριανή , πήρε μια ανάσα και τότε ένιωσε άνετα να μας μιλήσει. ΄Ανθρωπος τυραγνισμένος, δεμένος λες με το τιμόνι του, ένα άγαλμα που πρέπει να προσποιείται ζωή για να επιζήσει.  Δύσκολος ο βίος, δυσκολότερος τα τελευταία χρόνια. Μεροκάματο λειψό, σκέψη ρουφηγμένη μέχρι την ανάγκη. Και μια αγωνία εικοσιτετράωρη για το τι μέλλει γενέσθαι σε μια χώρα που η αβεβαιότητα κόβει βόλτες στα καλντερίμια και η φτώχια σε αιφνιδιάζει με την εξαθλίωσή της στα πάρκα και στα πεζοδρόμια με τους άστεγους. Και δεν φτάνει η ελληνική σημαία που κυματίζει περήφανα στην Ακρόπολη, όχι, δεν φτάνει πια ο ιερός βράχος, για να κρατήσει στέρεη την πίστη μέσα σε μια θρησκεία κοσμική που απαρνιέται πρώτιστα τον Θεό και ύστερα το δημιούργημά του.
Δουλεύει, λέει, ώρες πολλές. ΄Εχει την κόρη στο Πανεπιστήμιο. Σπουδάζει Οικονομικά κι ας  έχει γκρεμιστεί η οικονομία. Θα μπορούσαν άραγε κάποτε οι νέοι να έφτιαχναν τη χώρα έτσι όπως έφτιαχναν και τα όνειρά τους; Με ανεμόσκαλες ίσαμε τον ουρανό;  Η γυναίκα του κρατάει το σπίτι. Μέχρι πέρυσι κρατούσε και μια θέση καθαρίστριας, μα τα πράγματα δεν ήταν πια τόσο καθαρά στο μέλλον για να  συνεχίσει με τη δουλειά της. Ευτυχώς που υπάρχει το χωριό κοντά στην Κόρινθο. Κι η μάνα του που στέλνει πού και πού καλούδια από τη γη τους. Κι ό,τι περισσέψει από τη σύνταξη για την εγγονή.
Κι ο ίδιος, όμως, έχει βρει κι ένα άλλο δρόμο…Μακριά από την πολύβουη Αθήνα, την κίνηση , το στριμωξίδι. Το λέει και ενθουσιάζεται μοναχός του. Γελάει με τα μάτια, με τις λέξεις. Τρέχει, λέει… Δρομέας  στα σαράντα πέντε του και βάλε. Βγαίνει από τις έξι το πρωί στον δρόμο και καλύπτει χιλιόμετρα. Τρέχει και στον ετήσιο δρόμο που διοργανώνεται με εκκίνηση τον Μαραθώνα, σαν την αρχαία ιστορική διαδρομή.  Καθημερινή προπόνηση κι ύστερα κολύμπι στη θάλασσα του Σαρωνικού, να ξεπλύνει φόβους και δισταγμούς. Κι όλο και βελτιώνονται οι χρόνοι, όλο και πιο άνετος φαίνεται  ο δρόμος, πιο ευκολοδιάβατη η ζωή. ΄Εχει και τον ήρωά του. Τον γνωστό υπερμαραθωνοδρόμο Γιάννη Κούρο, που άφησε εποχή με τις προσπάθειες και τις επιδόσεις του στους δρόμους  μεγάλων αποστάσεων.  Χαμογελάει και μόνο με τη σκέψη του, ενθουσιάζεται και μόνο που αναφέρεται σε αυτόν. Με κοιτάζει κάθε τόσο από το καθρεφτάκι και βλέπω τα μάτια του να λάμπουν, την ψυχή του ολάκερη να σκαρφαλώνει σε δρόμους και μέρες αντοχής. Μα ασυναίσθητα σκέφτομαι ,καθώς το ταξί πλησιάζει σιγά σιγά προς τον αρχαίο ναό του Ποσειδώνα στο Σούνιο και οι περήφανες κολόνες ήδη μας στέλνουν τους πρώτους αγέρωχους χαιρετισμούς:


«Μέχρι  πότε μπορεί άραγε κανείς να κρατιέται με καμάρι από ένα ωραίο  παρελθόν, χωρίς να τον γκρεμίζει και να τον συνθλίβει ένα γκρίζο του παρόν;»

Δευτέρα 11 Ιουλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ –ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Iούλης σε αποχρώσεις του γκρίζου, σε χρωματισμούς του έντονου καημού. Ιούλης που φοριέται ολόχρονα σαν καλοκαιρινό παλτό ενάντια στο ψύχος της μνήμης. Kαύσωνας ψυχής, οδοιπορικό ερήμου στα σαράντα και πλέον χρόνια υπό σκιά …κατοχής.
Μας έρχεται πάντοτε αυτός ο μήνας με αποσκευές θλίψης, με προεκτάσεις τραγωδίας. Μήνας διακοπών  της αμέριμνης περιδιάβασής μας στο γαλάζιο της θάλασσας, στο ανέφελο του θέρους . Γιατί είναι πολλά αυτά που πυροδοτούν τον εφησυχασμό, έντονα όσα ανακαλούν το μαύρο των επετείων. Σαν ελάχιστη σήμερα διαμαρτυρία ενός παιδιού που υποχρεώθηκε λόγω της σκληρότητας των ημερών  να μεγαλώσει άγρια και απότομα   στα γεγονότα  εκείνα του Ιουλίου,  στα αποτρόπαια εκείνα  σκηνικά που μετέτρεψαν εμάς από πρωταγωνιστές της ζωής και της πατρίδας μας σε ήρωες μιας ασύλληπτα νέας τραγωδίας, παραθέτω στίχους ποιητών μας που αναμοχλεύουν την Ιστορία και καταθέτουν τον πόνο της γης, τα πάθη των ανθρώπων.
Χαρακτηριστικό το ποίημα του Λεύκιου Ζαφειρίου με τίτλο: « 15.7.1974».
Οι νεκροί βρομούσαν από΄να μίλι μακριά, ήταν ανελέητο το τελευταίο καλοκαίρι-τρυπούσε τους ίσκιους των δέντρων , τις στέγες των σπιτιών. Φριχτό καλοκαίρι για τους ανθρώπους, μπάσαν τους νεκρούς απ΄ την πίσω πόρτα στον ΄Αη-Γιάννη , δεν τους φορούσαν, λέει, τα φέρετρα. Κι ο πιτσιρικάς-πήχτρα το αίμα στα ρούχα του –άνοιγε λάκκους, τον χτυπούσε ο ήλιος ανελέητα στους κροτάφους, στη μνήμη βαθιά ως το μέλλον. Τον ήξερες αλλιώτικα τον κυπριώτικο ήλιο θεία Μαρίνα την αυγή με τα περιστέρια στους ώμους.
Η εισβολή ως αποκορύφωμα πια της σφαγής της πατρίδας έδωσε φωνή στα έντονα συναισθήματα των ποιητών, που μπόρεσαν, αφού αποκρυστάλλωσαν τον αιφνιδιασμό ενός  « περιττού καλοκαιριού» κατά τον Κώστα Μόντη , να εγκιβωτίσουν το άπλετο σκότος της θλίψης στο αυτόφωτο στοιχείο της ποίησης και να το αφήσουν σαν καράβι να ταξιδεύει στα χρόνια που ήρθαν στις θάλασσες πότε της μνήμης και της θλίψης κι άλλοτε της διαμαρτυρίας και της ελπίδας.
Πλήθος τα ποιήματα που  έχουν γραφτεί για τις μέρες και τις συνέπειες της τουρκικής εισβολής.΄Αλλα γνωστά και ανθολογημένα και άλλα ίσως άγνωστα ακόμα στο ευρύτερο κοινό.  Αρκετά έχουν μελοποιηθεί και έχουν γίνει με τη μελωδία τους συνώνυμα πλέον των συναισθημάτων που εγείρουν μέσα μας οι μνήμες της τραγωδίας. Για το σημερινό κείμενο επιλέγω το ποίημα « Παιδί με μια φωτογραφία» του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, ένα ποίημα που συγκινεί με την απλότητα και την ειλικρίνειά του.
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι, με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα–στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές που ’χαν παγώσει και δεν σάλευε καμιά.

Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τήνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

Κι ύστερα από ένα τέτοιο φριχτό καλοκαίρι, όπου το αίμα έπηζε από τον φόβο και την απόγνωση, με τόσες ψυχές χαμένες από άδικο, ανατρέχω στους στίχους του Κύπρου Χρυσάνθη με τον τίτλο « Εξομολόγηση», για να …εξομολογηθώ μαζί του την αγωνία που γέμιζε τα στήθια και τον πικρό ιδρώτα της αβεβαιότητας, που ξεκινούσε από ένα ρίγος καρδιάς κι έφτανε μέχρι την άκρη της ζωής μας ολάκερης.
Δώστε μας πίσω τα παιδιά μας. Και την ψυχή μας, την ψυχή μας. {…} Το μέσα πλούτος μας. Κι ας είναι ελιά το δείπνο μας. Και το νερό γλυφό. Δώστε μας πίσω τα παιδιά μας. Και την ψυχή μας.


Δευτέρα 27 Ιουνίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 

Δεν του άρεσε ιδιαίτερα το καλοκαίρι. Αποσυντονιζόταν με την υπερβολική ζέστη, δυσανασχετούσε με την υγρασία και τον ιδρώτα. Παιδί μιας άλλης εποχής, γεννημένος εκεί στη μέση του χειμώνα, κουβαλούσε θαρρείς ολόχρονα μαζί του τις μοίρες της γέννησής του.  Αυτός ζωντάνευε σαν λουλούδι μέσα στα σύννεφα, αντάμα με τη βροχή. Γινότανε μια φωτιά ενέργειας δίπλα από το αναμμένο τζάκι, διαβάζοντας, ακούγοντας μουσική, διεκπεραιώνοντας εκκρεμότητες από τη δουλειά στο γραφείο.  Κι όταν ερχότανε το καλοκαίρι, ένιωθε μια σκληρή εισβολή στην περιχαρακωμένη του ζωή, στη θωρακισμένη του προσωπικότητα . Λες κι ο Ιούνης έμπαινε με όνομα και χάρη Θεριστής και μάζευε άτσαλα όλες τις αγνές προθέσεις του ,  τιμωρημένες να τις βάλει  αποξηραμένες σε μια γωνιά.
΄Ηταν και πάλι ένα από εκείνα τα αποπνικτικά απομεσήμερα. Ο κλιματισμός δούλευε αγκομαχώντας κι η καρδιά του μάζευε αποθέματα αντοχής για το ζεστό καλοκαίρι των άλλων, για τον δικό του ανάποδο καιρό. ΄Εξω στον δρόμο πηγαινοερχόταν μονάχα η σιωπή της ραστώνης , ενώ στο σαλόνι του μέσα είχε από ώρα στρογγυλοκαθίσει η ανία.  Ο υπολογιστής του, ενεργοποιημένος, του φαινόταν πως έχασκε σαν χαλασμένη οδοντοστοιχία . Περίμενε τις επόμενε ς λέξεις του, τις καινούριες προτάσεις του, μα όλα μες στο μυαλό του ήτανε λες και ανηφόριζαν ασθμαίνοντας  ώρες που ιδρωκοπούσαν. Αποφάσισε να εγκαταλείψει τη μάταιη προσπάθεια να συγκεντρωθεί σε ιστογράμματα και  αναφορές, που ασύντακτα πλέον ξεπηδούσαν από την ξεψυχισμένη οθόνη.
Περπάτησε μηχανικά προς το μπάνιο, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό του. Κάπως δροσίστηκε. Στιγμιαία. Γιατί  αμέσως μετά, ένιωσε και πάλι εκείνη την ασφυξία των αισθήσεων. Αποφάσισε μια απόδραση από τα στενά πλαίσια του μικρού διαμερίσματός του. ΄Ισως λίγο περπάτημα μέχρι το κοντινό πάρκο να ελευθέρωνε  όλη την έντασή του από  τις  πατούσες προς το χώμα και να τη φύτευε εκεί παντοτινά.
Τα δέντρα τον υποδέχτηκαν σιωπηλά . ΄Ενας ουρανός ανάλαφρος , γαλανός, έπαιζε κρυφτό μέσα στις φυλλωσιές τους.  ΄Εψαξε για ένα κάθισμα.  Είχε ήδη κουραστεί.  Δεν ήταν συνηθισμένος σε πεζοπορίες. Μόνο στην καθιστική ζωή μπροστά στον υπολογιστή με μια κούπα καφέ. Σύρθηκε μέχρι  το πρώτο ξύλινο παγκάκι ,  έκλεισε τα μάτια, αφέθηκε σε μια χαλάρωση που την είχε σχεδόν λησμονήσει. ΄Οταν θυμήθηκε και πάλι την αίσθηση της όρασης ,  ένιωσε δίπλα του μια παρουσία. Ένα μικρό αγόρι, γύρω στα έξι,  στεκόταν και τον κοίταζε με ένα μικρό χαμόγελο στην άκρη των χειλιών. Στα χέρια του ένα παγωτό ανυπεράσπιστο στη ζέστη , είχε αρχίσει ήδη να αφήνει στο χώμα τα αποτυπώματα από το λιώσιμό του.  Κοιτάχτηκαν έντονα για δευτερόλεπτα .  Εκείνος χάζευε ελαφρώς  με έκπληξη, το αγόρι με καθαρά παιχνιδιάρικη διάθεση. « Θες  κι εσύ λίγο;» , του είπε τείνοντάς του το παγωτό. « Πάρε..είναι πολύ νόστιμο» , συνέχισε και του έχωσε σχεδόν το παγωτό στη χούφτα.
 Τα΄χασε μπροστά στην επιμονή του παιδιού. Το παγωτό ήδη του λέρωνε τα  δάχτυλα   και  του καθάριζε μία μία τις  αισθήσεις.
Πόσος καιρός αλήθεια είχε περάσει από τότε που πήρε ένα χωνάκι παγωτό στα χέρια; Χρόνια ίσως ολόκληρα… Εκεί, πλάι στη θάλασσα συνήθως , με τον πλανόδιο παγωτοπώλη να τον κερνά και ένα τεράστιο χαμόγελο. Και τώρα ξανά η ίδια αίσθηση στα δάχτυλα. Με δυο παιχνιδιάρικα μάτια να τον κοιτάζουν, γαλάζια , ήρεμα, σαν θάλασσα καλοκαιρινή, που σε προσκαλεί στα ταξίδια της. « ΄Οχι μικρέ, καλύτερα να πάρω το δικό μου», είπε τελικά στο αγόρι  και του έδωσε πίσω το χωνάκι, αφού πρώτα φρόντισε να το καθαρίσει για να μην κολλάει στα χέρια.

Τότε είδε τη γιαγιά να σπεύδει στη σκηνή, να μαλώνει τρυφερά το παιδί που ενόχλησε τον κύριο που ήρθε, λέει , να ξεκουραστεί κι αυτός τον ζαλίζει με τις ερωτήσεις του. Κατόρθωσε ευτυχώς γοργά να συνέλθει από το ξάφνιασμα . Κι ύστερα, λες και συντελέστηκε  ανάσταση ενός μικρού Θεού μέσα του, ψέλλισε :  « Αφήστε το παιδί…Δεν ενοχλεί…΄Ισα ίσα που μου θύμισε πως προλαβαίνω ακόμα λίγο καλοκαίρι…με ένα χωνάκι παγωτό στο χέρι». 

Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Κι ενώ ο Μάης ετοιμάζεται για μια τιμητική…έξοδο από τη σκηνή , υποκλινόμενος μπροστά στους θαυμαστές και θιασώτες του, ας κάνουμε μια τελευταία βόλτα από τους ποιητικούς κήπους, να μαζέψουμε χρώματα και ευωδιές, να συλλέξουμε στίχους ανθισμένους, να τους κρεμάσουμε στη σκέψη να έχει να μοσκοβολά και στους μήνες που θα έρθουν. Aς ανεβούμε, λοιπόν,  στα φτερά των χελιδονιών, να κόψουμε λουλούδια από τον ουρανό, κατά τον Γιάννη Ρίτσο.  Γιατί « …είναι ωραίο αίνιγμα τα λουλούδια…» σύμφωνα με τον ποιητή Γιάννη Στίγκα και αξίζει κανείς να το …λύσει για να χαρεί την ομορφιά του.
Αυτή την αναζήτηση της ωραιότητας του άνθους  εκφράζει και η Μυρτιώτισσα όταν γράφει: Ένα λουλούδι εγύρεψα, μονάχα ένα λουλούδι μ᾽ολόγλυκη ευωδιά. Κι εγώ το αντάξιό του για σας θε να’ λεγα τραγούδι, να σας ευφράνω την καρδιά».
Και ο Κώστας Βάρναλης, συνδέοντας το πλήθος και την ομορφιά των λουλουδιών με την τροφή και τη σκέπη που τους δίνει ο ήλιος, γράφει χαρακτηριστικά:
« Τα λουλούδια από χώρες, που ο ήλιος τες πνίγει, σε γαλάζια, χρυσά, κατακόκκινα ρίγη, των πουλιών τα τραγούδια, που αχούν σε νερά, σε κλαριά, με φεγγάρι και μ’ ήλιο, της ζωής τη χαρά, της χαράς το βασίλειο, όπου πάω και σταθώ μ’ ακλουθούν,
όλο ζέστα, ευφροσύνη και φως, το τραγούδι κι ο ανθός.»  Aσυγκίνητος δεν μένει ούτε ο Κωστής Παλαμάς μπροστά στο κάλλος των λουλουδιών και ειδικά των πανσέδων. Με ποιητική μαεστρία γράφει για την ιδιαίτερη αγάπη του: «Στον κήπο μού γελούσανε τα ρόδα, οι μενεξέδες , κάτου από πέπλους μού έστελναν δροσοχαιρετισμούς. Και πέρασα. Οι αμύριστοι στοχαστικοί πανσέδες με κοίταζαν, ασάλευτοι. Και στάθηκα σ’ αυτούς.»
Και αν για τον Παλαμά τα λουλούδια αποπνέουν στοχαστική διάθεση, για τον Νίκο Εγγονόπουλο  είναι η ίδια ευγένεια στα μάτια μιας αγαπημένης. « Είχες όλη την ευγένεια των λουλουδιών μες την καρδιά σου, μες στα μαλλιά σου, μέσα στο βλέμμα σου.»
Την τιμητική του στις ποιητικές αναφορές έχει ο λεγόμενος βασιλιάς των λουλουδιών , το τριαντάφυλλο. Σύμβολο ανυπέρβλητης ομορφιάς, συνυφασμένο με το ίδιο το χρώμα του πάθους και της ζωής.  Γνωστοί οι υπέροχοι στίχοι του Οδυσσέα Ελύτη: «΄Ετσι συχνά όταν μιλώ για τον ήλιο μπερδεύεται στη γλώσσα μου  ένα μεγάλο τριαντάφυλλο κατακόκκινο. Αλλά δεν μου είναι βολετό να σωπάσω.» Για τον Γιώργο Σεφέρη το τριαντάφυλλο βαπτίζεται πιο πολύ  ρόδο και συμβολίζει την ίδια τη μοίρα σε έναν άτυχο έρωτα. Πολύ γνωστό το ποίημά του « Ερωτικός Λόγος», όπου γράφει :  «Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις , μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.»
Ο Νίκος Καρούζος από την άλλη, δίνει μάλλον στην τριανταφυλλιά και στα άνθη της τη σημασία της ίδιας της ζωής , της ομορφιάς και της δροσιάς της που χάνονται στο πέρασμα του χρόνου. Γι΄αυτό και γράφει: « Η αγωνία υπερβαίνει τη ζωή, γι’ αυτό κι αχρηστεύει τις απολαύσεις. Αχ, τι λάκκος από σκοτάδι που κάποτε μ’ έναν κόκορα στο κεφάλι για να τρελάνω τη νύχτα ούρλιασα ξαφνικά σαν να μου φύτεψαν βόλι:
-Μια τριανταφυλλιά στο φεγγαρόφωτο! Τι φρίκη, την τρώνε τα δευτερόλεπτα!»

Κλείνοντας αυτό το αφιέρωμα, στεκόμαστε στον ποιητή Βύρωνα Λεοντάρη, ο οποίος συνδέει την ομορφιά του άνθους με το κάλλος της ανθρώπινης ψυχής. Τη γνησιότητα και την ωραιότητα του ανθρώπου γυρεύει μέσα στα πέταλα της ωραιότητας της φύσης. Γι΄αυτό και γράφει στους στίχους του: « Τι μοίρα αλήθεια αυτή! …πάντα να στέκεις γλυκός κι αλύγιστος σαν άνθος ανθρωπιάς…» 

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ  

Περνούσε ο καιρός  σαν ελαφρύ αεράκι μέσα από τα φύλλα. Ανεπαίσθητα. Χωρίς μεγάλους κρότους, χωρίς εξάρσεις. Με την ηρεμία μόνο της ασφάλειας, που ώρες ώρες μοιάζει με αποπνικτική ρουτίνα. Kι ήταν οι μέρες σαν της βροχής τις στάλες. Πανομοιότυπες. Βγαλμένες λες από καρμπόν. Mόνο η ώρα του δειλινού ξεχώριζε. H ώρα που βασίλευε ο ήλιος και ανέτελλαν οι σκέψεις. ΄Εβγαιναν τότε στο σεργιάνι, ρουφούσαν λίγο αγέρα από θύμησες και ξεκινούσαν τις δικές τους ιστορίες, σαν καλόβολες γιαγιάδες που βρήκαν άξαφνα παιδικά αυτιά γεμάτα περιέργεια.
Κι έτσι καθώς ο φωτεινός δίσκος βούλιαζε λίγο λίγο στη θάλασσα, εκείνος έπαιρνε παραμάσχαλα τον μπόγο με τις σκέψεις του και κίναγε νοερά για της ζωής του το ταξίδι. Γύρω στα εξήντα πια, με τα μαλλιά κάτασπρα , το μέλλον μικρή στενή λουρίδα που έπρεπε να διαβεί σαν να΄χε απέναντί του λεωφόρο.
΄Οταν ήταν παιδί, λαχτάραγε να κάνει πολλά.  Τα δρομάκια του χωριού, που μάζευαν το ξέφρενο ποδοβολητό του, ήξεραν πως είχαν να κάνουν  με ένα μυαλό που έτρεχε ήδη μες στο μέλλον του. Διψούσε για το καινούριο, το αλλόκοτο, το απρόσμενο, το γοητευτικό . Γι΄αυτό και έδεσε μεγάλο κόμπο στην καρδιά του  την έγνοια του για τα ταξίδια.  Κι όλο ονειρευότανε μια φυγή σε κάτι που δεν γνώριζε , αλλά ασκούσε επάνω του μια γοητεία πρωτόγνωρη, μυστηριώδη.
Ειδικά τις μέρες που έπεφτε βροχή και γέμιζαν οι αλάνες με μικρές λιμνούλες, εκείνος μάζευε κρυφά τα παλιά φύλλα εφημερίδων από το καφενείο, κάνοντας τάχα πως βοηθάει τον θείο του στο συγύρισμα. Κι ύστερα τα΄βαζε στο πάτωμα , τα δούλευε με τα δάχτυλα ώσπου να γίνουν χάρτινα καράβια  και τ΄αμολούσε στα νερά με τα δυο μάτια του γεμάτα σπίθα. Τα καραβάκια του, όμως, λίγο ταξίδευαν και πιο πολύ βούλιαζαν μες στην κλειστή θάλασσά τους. Γι΄αυτό απέμενε από παιδί να ονειρεύεται ωκεανούς και να τραμπαλίζεται σαν μεγάλη πεθυμιά στο άπειρο.
Πέρασαν τα χρόνια, μεγάλωσε, χτύπησε τον τόπο η εισβολή και το θανατικό. Πρόσφυγας πέρασε στον Νότο, εκεί, στην πιο καλή του ηλικία , ένα χρόνο πριν τελειώσει το Γυμνάσιο. Και του΄δεσαν άξαφνα τα χέρια η ένδεια και το Λίγο των καιρών.  Οι σπουδές μετανάστευσαν στη χώρα του ανέφικτου κι εκείνος έπιασε δουλειά στις οικοδομές,  ίσα ίσα να βγαίνει το καρβέλι και να επιβιώνει το όνειρο. Μα τα χρόνια πέρασαν κι εκείνος έμεινε να χτίζει ολημερίς μια χίμαιρα. Παντρεύτηκε μια γειτονοπούλα στον συνοικισμό, ήρθαν γρήγορα και τα παιδιά. Κι άλλο δεν του έμεινε παρά να ταξιδεύει μοναχά τις νύχτες,  κοιτάζοντας ένα χλομό φεγγάρι , που τον αντάμωνε περίλυπο θαρρείς. 
Κι ίσως να έφτανε κάποτε η μέρα που θα ξανοιγόταν στα πέλαγά του. Σαν θα μεγάλωναν τα παιδιά, σαν θα μίκραιναν οι ανάγκες. Μα τον πρόλαβε εκείνο το ατύχημα στη μεγάλη λεωφόρο, όταν χαμένος κάποιο βράδυ μες στις σκέψεις, με μια πανσέληνο να του παίρνει τα μυαλά, κάρφωσε το αυτοκίνητο σε ένα πάσσαλο ηλεκτρικής. Το τραύμα βαθύ, αφού πλέον μια αναπηρία θα τον συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής του. Κι όλα τα στάσιμα που μέχρι τότε είχε αποδεχτεί, έγιναν τώρα αναπόφευκτα πιο βαριά, προεκτάθηκαν και στο μέλλον, ακινητοποίησαν και τις στερνές επιθυμίες.
Μα όταν βασίλευε ο ήλιος, ζητούσε από τη γυναίκα του να οδηγήσει το αυτοκίνητο μέχρι τη θάλασσα. Να τον βοηθήσει ύστερα με το αναπηρικό του το καρότσι. Και να τον αφήσει μετά να αντικρίζει τη δύση του ήλιου, την ανατολή των σκέψεων. Κι αν τύχαινε κάποιο καράβι να διαβαίνει εκείνη την ώρα στον ορίζοντα, το φόρτωνε με τα δυο μεγάλα αχόρταγα μάτια του και το κοίταγε να διαρρηγνύει τις  γραμμές του ουρανού και της θάλασσας. Και ταξίδευε πια, με ιλιγγιώδη αγάπη μονάχα  η ψυχή του.


Δευτέρα 2 Μαΐου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Xριστός Ανέστη! Κι είναι  η μέρα λαμπρή κι είναι οι ώρες χρωματισμένες από τη χαρά της αναστάσεως. Χαρακτηριστικά σημειώνει στους στίχους του ο Στέλιος Σπεράντζας:  « Η Aνάσταση. Kαι γέμισε χαρά, λουλούδισε η ψυχή μου σαν το κρίνο. Kι ανοίγω της λαχτάρας τα φτερά, ψηλά μες στης αυγής τα φωτερά, γαλάζιο ένα αστροφώς κι εγώ να γίνω. Aνάσταση. Tα σήμαντρα χτυπούν. Kι όλα τα δένδρα ανθίζουν πέρα ως πέρα. Στον κόσμο αυτό ας μάθουν ν’ αγαπούν, όσοι το μίσος έσπειραν κι ας πουν «Xριστός Aνέστη ετούτη την ημέρα.»
Μέρα ολόφωτη, μέρα ανύψωσης, μέρα δόξας του Χριστού και των πιστών, που τον ακολούθησαν στο Πάθος, στη Σταύρωση και γεύονται τώρα περιχαρείς το μέγα θαύμα.
Ενδεικτικοί και οι στίχοι του εθνικού μας ποιητή, Διονύσιου Σολωμού, ο οποίος εξυμνεί το φως της ημέρας και τη δύναμη της αγάπης που θριαμβεύει πάνω στις δυνάμεις του σκότους.  «Χριστός ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες, όλοι, μικροί – μεγάλοι, ετοιμαστείτε, μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες, με το φως της χαράς συμμαζωχτείτε, ανοίξετε αγκαλιές ειρηνοφόρες ομπροστά στους Αγίους και φιληθείτε! Φιληθείτε γλυκά, χείλη με χείλη, πέστε Χριστός ανέστη, εχθροί και φίλοι!»
Ειρήνη, αγάπη, ευφροσύνη, κατακλύζουν τις καρδιές παίρνοντας χρώματα από τη μαγευτική ανοιξιάτικη φύση, ευωδιές από τους μυρωμένους κήπους , ελπίδες από τις λευκές λαμπάδες της Ανάστασης. Εκείνο το « Δεύτε λάβωμεν φως» πλημμυρίζει τις ψυχές, ζεσταίνει, παρηγορεί.  Γιατί είναι πολύ το κρύο και το γκρίζο μέσα  στον κόσμο. Είναι πολλοί εκείνοι που τραβάνε ακόμα  έναν σταυρό στον ώμο, χωρίς έναν Σίμωνα Κυρηναίο να τους τείνει χείρα βοηθείας. Κι όμως σηκώνουν τον σταυρό και ανηφορίζουν, γιατί ξέρουν πως μόνο έτσι, εκεί στην κορυφή, θα έχουν δικαίωμα να προσδοκούνε την ανάσταση.
 Πολύ όμορφα θέτει τον αγώνα του ανθρώπου δίπλα στον αγώνα του θεανθρώπου ο Νίκος Καζαντζάκης, γράφοντας ενδεικτικά: «...Κάθε άνθρωπος άξιος να λέγεται γιος του Ανθρώπου σηκώνει τον σταυρό του κι ανεβαίνει τον Γολγοθά του. Πολλοί, οι πιο πολλοί, φτάνουν στο πρώτο, στο δεύτερο σκαλοπάτι, λαχανιάζουν, σωριάζονται στη μέση της πορείας και δε φτάνουν στην κορφή του Γολγοθά -θέλω να πω στην κορφή του χρέους τους- να σταυρωθούν, ν' αναστηθούν, και να σώσουν την ψυχή τους. Λιποψυχούν, φοβούνται να σταυρωθούν  και δεν ξέρουν πως η σταύρωση είναι ο μόνος δρόμος της ανάστασης. 'Αλλον δεν έχει. ...»
Αυτόν μας έδειξε ο Κύριος με την πορεία της ζωής του αλλά κυρίως με τον θάνατο και τη λαμπρή ανάστασή του. Γι΄αυτό , τούτη τη μέρα, ας μην περιοριστούμε μόνο στους εορτασμούς και στα χαρούμενα μηνύματα που αυτή φέρει.   Γιατί δυστυχώς υπάρχουν και  δράματα που ακόμα συνεχίζονται. Πίσω από κλειστές πόρτες, πίσω από  τραυματισμένες περηφάνιες, κάποιοι μπορεί να ανηφορίζουν και να λιποψυχούν. Και άλλοι ενδέχεται να ψάχνουν ένα χέρι να τους κρατήσει λίγο το μαρτύριο μέχρι να ανασκουμπωθούν, να πάρουν μια ανάσα και να συνεχίσουν πάλι τον κακοτράχαλό τους δρόμο.

 Ας μην τους προσπεράσουμε μες στην αγαλλίαση του θαύματος. Ας μην κλείσουμε απαθείς τα μάτια.  ΄Ετσι που να μπορούμε, ατενίζοντας τη ν υπέρλαμπρη δόξα  του Κυρίου , να λέμε από τα βάθη της ψυχής μας: Χριστός Ανέστη! Αληθώς και ο άνθρωπος ανέστη! 

Παρασκευή 22 Απριλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 
 
Σαν πλησιάζει το Πάσχα και ντύνεται η φύση με μικρές αναστάσιμες προγεύσεις, αρχίζει κι αυτός να  παίρνει μία μία εισπνοές  από αγγέλου πέρασμα πάνω από μνήμα. Ακούει το θρόισμα φτερών μες στην ψυχή του,  λες και μια δεύτερη ζωή του χτυπάει την πόρτα, λίγο πριν πέσει ακόμα μια αυλαία. Δεν ξέρει πώς να εξηγήσει τούτη την άνοιξη που απρόσκλητη έρχεται και τον βρίσκει. Δεν ξέρει τι να πει γι΄αυτό το κοκκίνισμα της νιότης ,την ώρα που αρχίζει  σιγά σιγά να γίνεται γκρίζο σύννεφο για  να φέρει  τη βροχή. ΄Ισως είναι οι μαργαρίτες που φυτρώνουν μέσα στην αυλή του. ΄Ισως είναι πιότερο οι ελπίδες που φυτρώνουν μέσα στη σκέψη του.
Ζει μιαν Ανάσταση πριν από τον Γολγοθά που αναμένεται με τον θλιβερό ήχο των καμπάνων. ‘Έναν Απρίλη που κρατάει μια κούπα κόκκινο κρασί και τον μεθάει ξανά με το γλυκό πιοτό της ζωής. Και γίνεται χελώνα που βγάζει το κεφάλι έξω από το κέλυφός της, αφήνει τις αχτίδες να της χαϊδέψουν την τόλμη και ύστερα αργά και σταθερά κάνει βήματα προς το φως.
Ντύθηκε πάλι σήμερα με ένα τεράστιο χαμόγελο, έκλεισε τη μοναξιά του μες στο σπίτι, σφάλισε καλά την πόρτα μην τυχόν και τον γελάσει κι έρθει να τον βρει  στην περιδιάβασή του κι ύστερα κατηφόρισε στη μέρα με μια άκρη από βελούδο σκέψη να ράβεται ολοένα  μες στο βλέμμα του. Γύρω ο κόσμος  τραγουδούσε με ευωδιές αντί με νότες. Κι εκείνος έπαιρνε ένα ένα τα μοναχικά του βράδια και τα στόλιζε σαν πεταλούδες πάνω στα αγριολούλουδα , να΄χουν να παίρνουν μυρωδιά από χαρά.
Απέναντί του η θάλασσα είχε βάλει ένα καθάριο γαλάζιο βλέμμα και τον κοίταζε με  το πάθος έρωτα ανεκπλήρωτου, με την πλώρη καραβιών που δεν τον προσκαλούσαν πλέον στα ταξίδια τους. ΄Ερχονται τόσο βαριά τα ηλικιωμένα χρόνια, δεμένα χειροπόδαρα σε ένα μπαστούνι, σε ένα κράτημα. Μα είναι η θάλασσα από μόνη της ταξίδι , όταν χαρίζει έστω ένα βλέμμα, ένα ψίθυρο από κύμα , ένα μικρό ανασήκωμα του νερού για να φανεί η δύναμη ενός βυθού που θέλει να αναπνεύσει.
Κι ήταν κι αυτό το  Πάσχα που ανέμενε σε μια στροφή με τη μορφή της κόκκινης παπαρούνας, με τη θωριά  παιδιού που βγήκε  με λερωμένο στόμα από το πρώτο παγωτό, με το απρόσμενο φτερούγισμα ενός χελιδονιού πάνω από το άσπρο του κεφάλι. ΄Ηταν όλα μαζί σαν αίνιγμα που το έλυνε σιγά σιγά η καλή του διάθεση και έφτανε τελικά στη μαγική λέξη: Ελευθερία!   Στην άκρη τα δεσμά του χρόνου, στο περιθώριο οι αλυσίδες του φόβου.  Το Σήμερα γινότανε ένα τεράστιος κάμπος και του έγνεφε να τον διαβεί τσαλαπατώντας άγριες μέρες, ατίθασες νύχτες, απρόσκλητες λύπες, πετρώδη βλέμματα, χέρσες στιγμές.
Ακόμα μια άνοιξη , είπε και άνοιξε γερά τα πνευμόνια,  να έμπει να χωρέσει όλος ο δροσερός αγέρας , που έψαχνε μυστικά περάσματα ανάμεσα στα χρόνια του.  Κάπου βαθιά μες στην καρδιά του ένα μικρό χτυποκάρδι αποφάσισε άξαφνα να γίνει πιο ζωηρό, σαν την καμπάνα του εσπερινού, που καλούσε όλο και πιο δυνατά, όλο και πιο έντονα  στη δύναμη της πίστης.

Δευτέρα 11 Απριλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ –ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Και τι μπορεί να είναι ο πανικός πέρα από μια θηλιά στον λαιμό που πνίγει; Τι μπορεί να είναι ο τρόμος πέρα από ένα αργό, βασανιστικό θάνατο μες στην καθημερινότητα; Κι όλα τα ζούσε πια σε αναμονή σεισμού , σε προσμονή του αναπόφευκτου. Γιατί το παραμύθι μόλις είχε τελειώσει και δεν έζησε καλύτερα . Πέθανε άπειρες φορές μέσα σε μια παράνομη σχέση, σε ένα διαρκές κυνηγητό του ίδιου του εαυτού της ,  όπως όταν κυνηγάει κανείς τον ένοχο και του ξεφεύγει συνεχώς στη γωνία με τα κλοπιμαία: Τη γαλήνη, την ηρεμία, την ασφάλειά της.
Μια στιγμή αδυναμίας ήταν αρκετή για να αφεθεί στη δύναμη ενός ψεύτη έρωτα. Να αγνοήσει όλα τα προειδοποιητικά σήματα  που έστελνε η λογική της και να πέσει μέσα σε βαθύ γκρεμό πάθους σκοτεινού. Είναι και ώρες που νικάει ο διάβολος κι ύστερα όλες οι αμαρτίες μοιάζουνε με αίσθηση ελευθερίας  σε επίγειο παράδεισο.  Μέχρι που η νύχτα κάποτε τελειώνει κι ένα μικρό αχνό φως έρχεται μες στην άβυσσο του μυαλού και ταρακουνάει  όλες τις αισθήσεις. Είναι η στιγμή που το πάθος ξεθωριάζει  και φαντάζει πιο πολύ σαν λάθος, η ώρα που αναβλέπει ο τυφλός λες και ένιψε τα μάτια του ο ίδιος ο Θεός.
Kαι τώρα καθόταν μόνη μες  στον συλλογισμό της και έψαχνε σκάλες να ανεβεί, βροχή για να ξεπλύνει  το σκονισμένο δεφτέρι των παρεκκλίσεων. Και σαν απόκαμε να στίβει την επιείκεια κι αυτή να μην κατεβάζει ούτε μια στάλα εξαγνισμού, τα΄βαλε με τον φαρμακερό όφη που την έβγαλε από τον παράδεισό της. ΄Ολο και ερχόταν ξανά και ξανά εμπρός της  η μορφή του, με εκείνο το χαμόγελο που πρώτα τη σκλάβωσε και μετά έγινε μικρό σπαθί , σαρδόνιο κόψιμο, που τεμάχιζε κάθε μέρα τη σιγουριά και την αξιοπρέπειά της.
Πώς ξεκινούν και πώς τελειώνουν έτσι οι έρωτες; ΄Η μήπως …οι δήθεν έρωτες; Οι ενθουσιασμοί, οι πλάνοι προσανατολισμοί. Τα αισθήματα που δεν προλαβαίνουν να ζυμωθούν μέσα στον χρόνο, που δεν προφταίνουν να ταυτιστούν με τα κελεύσματα της μοίρας. Που είναι ίσως απλώς μια έλξη της σάρκας, μια απεγνωσμένη ανάγκη να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε, να ζήσουμε το απόλυτο, να φτάσουμε στα άκρα. Μα κάποτε εκεί στα άκρα παραφυλάει ένας γκρεμός. Μια ολισθηρή κατάβαση χωρίς σχοινί ασφαλείας. Βράχοι απουσίας που ματώνουν με τις αιχμηρές αλήθειες τους τις σκέψεις. Κι εκείνος να μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια μορφή που εξατμίζεται πάνω από μια θάλασσα κλειστή , ίδια πια με βάλτο . 
Κάθισε για ώρες μες στην περισυλλογή, επιστρατεύοντας λόγια καρφιά, να σταυρώσει τον δρόμο που εκείνος άνοιγε πια δίχως εκείνη. Μα μία μία ένιωθε τις πρόκες να καρφώνονται στο στήθος της . Κι όταν το αίμα χύθηκε έξω από την αντοχή της κι άρχισε να της λερώνει το μέλλον , ένιωσε ένα πουλί να πνίγεται τόσο πολύ μέσα της , που δεν άντεξε. Σηκώθηκε, στάθηκε μπρος σε ένα καθρέφτη , βύθισε τα μάτια της μέσα στο βλέμμα του ειδώλου απέναντί της. Και τότε μόνο αντίκρισε τον αληθινό ένοχο αυτής της μιζέριας που κουβαλούσε μέσα της η πτώση από ένα κίβδηλο όνειρο. Σαν δικαστής κατέγραψε αμέσως στην ψυχή της την απόφαση. Ισόβια, αληθινή αγάπη για τον ευαίσθητο εαυτό της.

΄Υστερα πήρε ανάσα βαθιά  από ανοιξιάτικο παράθυρο και ετοιμάστηκε να πληρώσει το κόστος των επιλογών της. 

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.



ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ-ΦΩΤΙΑΔΟΥ
ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ  

Μπήκε και ο Απρίλης σαν ρόδο που σκάει μύτη μες στον κήπο της ζωής. Κι όλα πια οδεύουν προς το μακρύ καλοκαίρι της Μεσογείου μας . Η άνοιξη κυρίαρχη στη φύση και στις συνειδήσεις. Κι ας μην έβρεξε πολύ φέτος. Κι ας ήρθε ο χειμώνας σαν ξεδοντιασμένη εποχή , αδύναμη, ασθενική, που λίγο φύσηξε σε μια απέλπιδα προσπάθεια να δικαιολογήσει το όνομά της κι ύστερα εγκατέλειψε τη σκηνή σαν άπειρος ηθοποιός που ξεχνάει τα λόγια του.
Η άνοιξη, λοιπόν, είναι εδώ, χωρίς την προϊστορία του χειμώνα. Ζωγραφίζει στον καμβά της εδώ και καιρό, από μέρες που το ημερολόγιο τις κατέγραφε ως χειμερινές.  Τιμώντας σήμερα  το ανθισμένο βάδισμά της, παραθέτω  μερικούς από τους ωραιότερους στίχους, που γράφτηκαν για την πιο ευωδιαστή  εποχή του χρόνου.
Χαρακτηριστικές οι ποιητικές διαδρομές του Τάσου Λειβαδίτη για τη μοναδική, θεϊκή  ομορφιά της άνοιξης  , όταν γράφει:  «Κύριε, όλα από σένα ξεκινούν. Κι όλα σε σένα θα ‘ρθουν να τελειώσουν. Κι η άνοιξη δεν είναι παρά η νοσταλγία σου για κείνες τις λίγες ώρες που έζησες στη γη.»
Η εποχή των αρωμάτων, σαν λουλουδιασμένη ελπίδα , ανθίζει  μες στην καρδιά του ανθρώπου. Γράφει ο Γιάννης Ρίτσος: “Κάθε λουλούδι έχει τη θέση του στον ήλιο, κάθε άνθρωπος έχει ένα όνειρο.  Κάθε άνθρωπος έχει έναν ουρανό πάνου από την πληγή του κι  ένα μικρό παράνομο σημείωμα της άνοιξης μέσα στην τσέπη του.”
Ζωγραφίζοντας δε περαιτέρω  την άνοιξη με τις λέξεις του, ο Ρίτσος  σημειώνει με τη δύναμη της ποίησής του στο ομώνυμό του ποίημα.  « Απόψε κοιμηθήκαμε στην αγκαλιά της άνοιξης, ακουμπώντας το κεφάλι στην καρδιά της. Ακούγαμε στον ύπνο μας τις ανάσες των πουλιών και την  καρδιά μας. Το πρωί που ξυπνήσαμε, είδαμε τον ουρανό να περπατάει στην κάμαρά μας σαν γαλανό πουλί με χρυσά μάτια που τσίμπαγε τα ψίχουλα των σκιών που ΄ χαν μείνει από χθες βράδυ στο πάτωμα.»
Και ο Γιώργος Σαραντάρης, όμως, στο ίδιο κλίμα,  εμπνευσμένος από τη δύναμη που φέρνει μαζί του το έαρ, έγραψε τα τραγούδια της άνοιξης, υμνώντας το μεγαλείο της εποχής.  Στο δεύτερο από αυτά, συσχετίζοντας την ομορφιά του ανοιξιάτικου τοπίου  με τη δροσιά  και τη φρεσκάδα του κοριτσιού, γράφει στους στίχους του:  « ΄Ελα να δεις την άνοιξη που περπατάει, που με τα σύννεφα αγκαλιά μας χαιρετάει. ΄Ελα να δεις την κόρη μου πώς έγινε μεγάλη και τραγουδάει με μια φωνή που δεν ήταν δικιά της. Και τραγουδάει μ΄ένα παλμό που είναι του κόσμου όλου . Σαν να βρέχει τα χείλια της στη βρύση τ΄ουρανού. Σαν να πετάει η καρδούλα της με κάθε χελιδόνι. Και να μην  ξέρει η άνοιξη αν είν΄ δικιά της κόρη!»
Την ωραιότητα  της  εποχής αντικρίζει  και ο Κώστας Μόντης σε ένα  όμορφο πρόσωπο ,  όταν λακωνικά γράφει: « Από το όνομά σου ξεκινά η άνοιξη. Απ' τις συλλαβές του κρέμουνται κόκκινα κεράσια.»  Με λίγες  επίσης  λέξεις κατορθώνει λιτά αλλά τόσο παραστατικά να μας μεταφέρει τις εικόνες  ενός εαρινού κόσμου ο Οδυσσέας Ελύτης, στο ποίημα που γράφει για μια άνοιξη στην Αθήνα . « ΄Ανοιξη θρύψαλο μενεξεδί,  ΄Ανοιξη χνούδι περιστέρας, ‘Ανοιξη σκόνη μυριόχρωμη…»
Η άνοιξη , λοιπόν, είναι εδώ με όλα τα χρώματα και τις μυρωδιές της, με όλα τα ποιητικά μονοπάτια που  την περπάτησαν, με όλες τις λέξεις που την τραγούδησαν, με όλα τα χρώματα που της χάρισε ο Ποιητής και Δημιουργός  των πάντων. Ανοίγουμε διάπλατα  τις αισθήσεις μας και χαιρόμαστε αυτό το λουλουδιασμένο πανηγύρι του καιρού ,προσμένοντας πάντα και την ολόχρονη άνοιξη της χαράς και της ελπίδας για τον άνθρωπο.


Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.



EΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ
   
Ανάμεσα σε δύο εθνικές επετείους, μεταξύ αγώνων και θυσιών, ένας Μάρτης στην εκπνοή του και ένας Απρίλης που κρυφοκοιτάζει πίσω απ΄την κουρτίνα, προβάρει συνεχώς τα λόγια του και είναι έτοιμος να μπει στη σκηνή και να μας καθηλώσει με τον ρόλο του. Η άνοιξη συνυφασμένη με το ξύπνημα της φύσης αλλά και την αφύπνιση των συνειδήσεων. Σκλάβα δεν μένει η φύση στου χειμώνα τα δεσμά, τα σπάει και απελευθερώνεται με πολύχρωμες εκρήξεις ζωής. Και η ψυχή , σε αυτό το παραλήρημα της λευτεριάς, αποζητά το μερτικό της, ορθώνεται πάνω από την υποδούλωση,  κραυγάζει για τα αυτονόητα που δικαιώνουν την ύπαρξη του ανθρώπου: Λευτεριά και αξιοπρέπεια.
Mέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό εξέγερσης μυαλού και καρδιάς συνάντησα τους εκπαιδευτικούς και τα παιδιά από το   κατεχόμενο Ριζοκάρπασο. ΄Εφτασαν στο χωριό Ερήμη ,  φιλοξενούμενοι της κοινότητας  και του σχολείου. ΄Ανθρωποι  εκεί, που αγαπούν και νοιάζονται, έδωσαν τα χέρια και δημιούργησαν ένα ευχάριστο διήμερο για τα παιδιά και τους παιδαγωγούς,  που επιμένουν να κρατιούνται στη γη τους και να αντιστέκονται σθεναρά στα όποια τετελεσμένα θέλουν να επιβάλουν η εισβολή και η κατοχή.
Στα σκαλιά του σχολείου τα περίμεναν παιδιά από το Δημοτικό Ερήμης, για να τα πάρουν από το χέρι, να ενώσουν μαζί τους την ανάγκη για αγάπη , φιλία, συνεργασία, όπως ήταν και το όμορφο σύνθημα της όλης προσπάθειας, και να τα οδηγήσουν στον χώρο όπου και επίσημα πια θα τα υποδεχόταν το σχολείο. Μαζί με τα παιδιά οι δασκάλες τους, η Γεωργία, η Κατερίνα, η Ελένη, τρεις νέες κοπέλες που μεγάλωσαν μέσα στον εγκλωβισμό της Καρπασίας, έφυγαν για λίγο για να σπουδάσουν και επέστρεψαν για να δώσουν ψυχή και καρδιά στο σκλαβωμένο χωριό τους, πνοή στο μικρό σε μέγεθος, μεγάλο σε έργο σχολείο τους.
Τρία νέα κορίτσια που παίρνουν κάθε μέρα αυτά τα παιδιά και τα οδηγούν μέσα από τα δύσκολα μονοπάτια της κατοχής. Σε ένα σχολείο που μόνο απέμεινε στον Βορρά, επίμονο, σταθερά προσηλωμένο στην Ιστορία,  να μιλάει τη γλώσσα και τη θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα των προγόνων. Για σαράντα δύο τώρα χρόνια μένει χωρίς σημαία ο ιστός του σχολείου, μα η σημαία του αγώνα δεν υποστέλλεται μέσα στη σκέψη, μέσα στη θέληση. Εκεί μέσα κυματίζει και αφήνει το ανέμισμά της να αντανακλάται στα μάτια αυτών των νεαρών δασκάλων, που στη ζωή τους όρισαν να φυλάγουν το μέλλον μέσα σε ένα δύσκολο παρόν, κρατώντας γερά την παράδοση του παρελθόντος.
Και τα παιδιά, μια μικρή ομάδα, μια μεγάλη περηφάνια. Σε κοιτάζουν και νιώθεις ένα κύμα συγκίνησης να σε αρπάζει,  να σε ταξιδεύει μέχρι τις ακτές της Καρπασίας και να σε ρίχνει μετά δυνατό, αποφασισμένο στον βράχο μιας απόφασης για αγώνα μέχρι την τελική δικαίωση. Γιατί είναι τα παιδιά. Και τα παιδιά μένουν εκεί, ανάμεσα στα ανθισμένα κυκλάμινα, που μας προσφέρουν φυτεμένα μέσα στο άγιο χώμα της χερσονήσου του Αποστόλου Αντρέα. Και τα παιδιά επιμένουν να μιλούν, να γράφουν και να διαβάζουν ελληνικά, όταν γύρω τους παρελαύνουν τα μισοφέγγαρα του κατακτητή. Και πώς μπορείς μετά  εσύ να σωπαίνεις; Πώς νομιμοποιείσαι να αδρανείς;

Κι είναι και η Γεωργία, η Κατερίνα, η Ελένη. Νιάτα σε μια ηλικιωμένη ελπίδα. Μας περιμένουν να ανταμώσουμε, καθώς εμείς θα επιστρέφουμε σε μια μεγάλη αγάπη που χρόνια τώρα την ποτίζουν να μην μαραθεί. Νιώθει κανείς τόσο μικρός μπροστά σε μια τόσο μεγάλη προσφορά. Και κλίνει ευλαβικά το γόνυ σε έναν αγώνα που διεξάγεται δίχως άρματα, με καρδιά μονάχα και πείσμα , με το γινάτι της φυλής, έτσι καθώς σαν αετός πετά και ανοίγει τα φτερά του πάνω από χαλάσματα άγονων χρόνων.  

Τετάρτη 23 Μαρτίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.



EΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 

Σήμερα βράζει ένα μικρό θυμό στο μπρίκι του καφέ, τον αφήνει να φουσκώσει και μετά τον χύνει στον νεροχύτη, μην μπορώντας να αντέξει το υπερχείλισμά του. Είναι κι αυτές οι μέρες. Που δεν ακούνε πλέον για υπομονή. Που βράζουν και χύνονται στην γκαζιέρα, στα πλακάκια, στην ανοχή που αρπάζει άξαφνα  μια σημαία επανάστασης.
Κράτησε πολύ καιρό μέσα του αυτό το ποτάμι. Κι εκείνο όλο κατεβαίνει και φέρνει μαζί του μικρές απώλειες, μεγάλες ήττες, ελάχιστες προοπτικές. ΄Ιδια με λάσπη , ξύλα, σάπια φύλλα, που κουβαλάει αθόρυβα  μια ψυχή πλημμυρισμένη από αγανάκτηση.  Μα ποια ήταν η πηγή αυτής της ταραχής, που έψαχνε εδώ και ώρα την εκβολή της ;  Μήπως η στάση των άλλων απέναντί του; Μήπως το λίγο τους, που θα΄θελε να ήταν πολύ; ΄Η μήπως το ελάχιστο που τελικά του δώσανε και δεν του χόρτασε την ύπαρξη;
Μια ζωή ο αποδιοπομπαίος τράγος. Η εύκολη λεία για τον υπέρμετρο εγωισμό του καθενός. Κλητήρας σε μια εταιρεία. Θέση χαμηλή, μισθός ακόμα χαμηλότερος. Μια ζωή, λοιπόν,  στα χαμηλά τα στρώματα  που όλο βάθαιναν και γίνονταν υπόγειο. Αυτός για τους φακέλους που θα έπρεπε να παραδοθούν, αυτός και για τους καφέδες του προσωπικού, τα θελήματα, αυτός , μόνο αυτός, για τα ξεσπάσματα του πρωινού, για τα νεύρα του μεσημεριού. Και να κυλάνε οι μέρες σαν χιονοστιβάδα σε κατήφορο, που όλο μαζεύει, όλο φορτώνει στην πορεία της  και κάποια στιγμή φτάνει στο τέρμα  γεμάτη με τη μέγιστη ένταση, με την ελάχιστη πλέον υπομονή.
Σήμερα Κυριακή έχει  τα γενέθλιά του. Πολλά τα χρόνια που σκαρφαλώνουν αμείλικτα στις ρυτίδες του.  Λίγο ακόμα και θα μπορεί να βγει στη σύνταξη. Πώς πέρασε έτσι ο καιρός;  Πώς πέρασε έτσι η νιότη;  Πώς φεύγουν γενικά έτσι οι ευκαιρίες; Σαν περαστικοί απ΄το κατώφλι σου, που δεν στέκονται να τους φιλέψεις ούτε ένα κρύο νερό από τη δίψα σου! Είχε , λοιπόν, σήμερα  τα γενέθλιά του , μα δεν είχε κανένα να μοιραστεί τον χρόνο του που λιγόστευε. Κανέναν να δώσει λίγη έστω από την αγάπη που περίσσευε.  Και  οι ώρες σήμερα να  μην κυλάνε.   Να έχουν σταματήσει πεισματικά οι δείκτες στην ανάγκη και να του φωνάζουν επίμονα τις ελλείψεις που παραδέχεται η καρδιά του.
Κάποτε , εκτός από τα θέλω των άλλων, είχε και τα δικά του. Πίστευε στον εαυτό του, πίστευε στις στιγμές, στα όνειρα. Μετά  μπήκε στη ζωή του ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο γλυκός καρπός ενός παραδείσου, που έστεκε μπροστά του με απαγορευτικές πινακίδες. Πάλεψε να ξεφύγει από αυτά τα δίκτυα, που όλο και έριχνε η Μοίρα στη φουρτούνα του. Μα ήτανε το συναίσθημα τόσο δυνατό, που γινότανε τελικά λεπίδι και του κατέτρωγε τα σωθικά. ΄Αλλαξε πόλη, άλλαξε δουλειά, εντοίχισε τη ζωή του, το είναι του, μες στο τσιμέντο μιας απρόσωπης εταιρείας. Ταύτισε τις ανάγκες του με τις μικρές και μεγάλες ανάγκες των άλλων. ‘Εγινε μια κουκκίδα και χάθηκε μέσα στην τύρβη της καθημερινότητας. ΄Ετσι, που όταν έφτανε το βράδυ στο σπίτι, το κορμί του  τον έστελνε επιτακτικά σε ένα λήθαργο βαθύ.  Να μην θυμάται, να μην ονειρεύεται.
Μα ήτανε και μέρες σαν τη σημερινή, που ξυπνούσε μέσα του ό,τι βίαια είχε αποκοιμίσει.  Σηκωνόταν άξαφνα  και τον κυνηγούσε με όλα τα φαντάσματα , με όλα τα χάσματα . Κι αυτός παραδινόταν   σε μια  αιματηρή ανάμνηση.

Ακούμπησε  τον καφέ στην άκρη, άνοιξε την πόρτα, πήρε  τον κεντρικό δρόμο, κατέβηκε μέχρι το παραλιακό μέτωπο, στάθηκε απέναντι στη θάλασσα. Τόσο απέραντη, τόσο φλύαρα σιωπηλή. Τον κοίταξε λες και τον καλούσε σε ένα από τα ταξίδια της. Είχε το βλέμμα εκείνης η θάλασσα. Γαλάζιο,  τρυφερό, μυστηριώδες.   Αύριο, υποσχέθηκε σιωπηλά,  αύριο θα το προσπαθούσε, θα άνοιγε τα πανιά της ψυχής και θα αφηνόταν  σε ό,τι  μια νέα θάλασσα θα μπορούσε να του φέρει...

Τρίτη 8 Μαρτίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


















ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ  

Την κοίταζε και πάλι με μάτια θολά, κόκκινα από θυμό που δεν μπορούσε να ελέγξει.  Και το στόμα του άνοιγε μπροστά της σαν θεόρατη σπηλιά που απειλούσε να την καταβροχθίσει, να την κάνει μια τόση δα κουκκίδα ασημαντότητας και να την εξαφανίσει. Κι αυτή, γυναίκα καριέρας , χρόνια στην εταιρεία, με πτυχία, γνώσεις, εμπειρία, με επιτυχίες στο διαφημιστικό τμήμα, που κανείς δεν θα μπορούσε να αγνοήσει ή να διαγράψει, ένιωθε τώρα ένα μικρό μηδενικό να τη σκεπάζει, καθώς τα λόγια του άγαρμπα, εγωιστικά, εκτινάσσονταν σαν δηλητήριο φιδιού από την έπαρσή του και έπεφταν κατευθείαν στα τελευταία ίχνη της αξιοπρέπειάς της.
Είχε βρει, λέει, προχειρότητα στο νέο σχέδιο που του είχε καταθέσει. Ένα σχέδιο το οποίο δούλευε εντατικά με την ομάδα της τους τελευταίους τρεις μήνες. Που είχε περάσει από την κρίση τόσων ειδικών στο θέμα της διαφήμισης. Και από τα νέα ακόμα παιδιά, που είχαν πρόσφατα στελεχώσει το Τμήμα και είχαν έρθει με φρέσκιες ιδέες και ενθουσιασμό. Κι αυτός το απέρριπτε ασυζητητί με το πρόσχημα της…προχειρότητας. Θα κατανοούσε ίσως κάποιες απόψεις του περί πρωτοτυπίας. Κάποιες επιφυλάξεις του για το έντονο ίσως πρωτοποριακό στοιχείο της όλης ιδέας. Όταν κανείς ξεφεύγει τόσο πολύ από τα συνήθη πλαίσια, ελλοχεύει πάντα  και ο κίνδυνος της πλήρους αποτυχίας.  Μα υπαρκτή είναι και η προοπτική  της πλήρους επιτυχίας. ΄Ολα ρευστά και ενδεχόμενα.  Απλώς, αν είσαι έτοιμος, αναλαμβάνεις το ρίσκο. Κι αυτός προφανώς δεν ήταν.
Και γιατί άλλωστε να είναι; Η ζωή του υπήρξε πάντοτε μια πλατιά λεωφόρος. Ποτέ δεν αγκομάχησε, ποτέ δεν του στέρησαν τα όπλα να κερδίσει όλες τις μάχες του. Μόνο οι άλλοι έστεκαν ανυπεράσπιστοι μπροστά του κι αυτός περνούσε και μάζευε αιχμαλώτους. ΄Υστερα τους κρατούσε δέσμιους μέσα στην ύπαρξή του, γονείς, αδέρφια, φίλους, σχέσεις, έτσι που όλοι να προσκυνάνε κάθε μέρα τον εγωισμό του και να καταθέτουν εμπρός του ό,τι ακριβότερο και πολυτιμότερο είχαν. Την ψυχή τους.
Τα μάτια του εξακολουθούσαν να την καρφώνουν, όμοια με λιοντάρι που ζυγιάζει την αντίσταση του θύματός του προτού επιτεθεί. Και τότε, σαν στιγμιαία έκλαμψη, έπιασε στο κοίταγμά του εκείνο το βλέμμα του σαρκοβόρου αρσενικού, που ορέγεται καινούρια λεία, τρυφερή,  που τη μετράει με την πείρα του άντρα κυνηγού και ανάλογα εκστρατεύει εναντίον της με τα ανάλογα μέσα για την πτώση ή την παράδοσή της. Ναι, δεν τη γελούσε το ένστικτό της. Είχε απέναντί της έναν άντρα που εκδικητικά μείωνε μια γυναίκα που δεν τολμούσε να πλησιάσει από τον φόβο της απόρριψης. Ποτέ δεν θα του επέτρεπε κάτι τέτοιο ο παχύσαρκος εγωισμός του. Ποτέ δεν θα της έδινε το ελάχιστο έστω περιθώριο να νιώσει ανώτερή του. Γι΄αυτό προτιμούσε να κρύβει την επιθυμία του πίσω από αναίτιες προσβολές, αψυχολόγητες επιθέσεις,  θαρρώντας πως έτσι έπαιρνε την εκδίκησή του για το ανεκπλήρωτο που έτρεχε ηδονικά στο κορμί της.

΄Αφησε μέσα της να χαρακτεί ένα μειδίαμα ικανοποίησης, ακριβώς πάνω από το σημείο που είχε πέσει το τελευταίο του ράπισμα. ΄Υστερα όρθωσε το λυγερό κορμί της,  τίναξε δήθεν ανέμελα προς τα πίσω τα μαλλιά,  αφήνοντας την υπέροχη ξανθή  χαίτη να σκορπίσει στον χώρο την ομορφιά και το άρωμά της, στύλωσε το πράσινο , καθάριο βλέμμα της μέσα στην έλλειψή του και σάλπισε υποχώρηση με σταθερά βήματα από μια ένδοξη νίκη της. 

Δευτέρα 29 Φεβρουαρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 

Κανονικά σήμερα θα μας αποχαιρετούσε κούτσα κούτσα, με βαθύ παράπονο για το λιγότερο που του έχει κληροδοτηθεί. Μόνο είκοσι οχτώ μέρες, όταν ο αμέσως προηγούμενος και ο αμέσως επόμενος μήνας ακουμπούν αισίως τις τριάντα μία !  Μοιάζει  λες και σκοπίμως ο Κουτσοφλέβαρος έχει αποκλειστεί  από το νόμιμο μερίδιό του. Λες και κάποιοι εσκεμμένα βούτηξαν τα χέρια τους μες στη διάρκειά του.  Φέτος, όμως, παίρνει  κι αυτός τη μικρή εκδίκηση της τετραετίας. Ορμάει μες στις μέρες κι αρπάζει  περιχαρής σαν τρόπαιο το δίσεκτο  του θέματος. Μα ..έστω κι έτσι! Το δίκαιο του μικρού!
Κι αν κανείς τον κατηγορήσει πως δεν απέδωσε τα αναμενόμενα, πως αμφιταλαντεύτηκε ανάμεσα στον χειμώνα και την άνοιξη, μην μπορώντας τα μηνύματα ξεκάθαρα να δώσει, πότε σαν τρελός βοριάς, πότε σαν τολμηρή αμυγδαλιά, έχει αμέσως στην άκρη των…ημερών του, την καλή δικαιολογία . « Λίγος , λιγότερος ο καιρός μου και δεν προλαβαίνω!» 
Μπαίνω πάντα στον πειρασμό, τέτοιες μέρες , να ανατρέχω στη λαϊκή σοφία, απότοκο ίσως των αρχαίων ελληνικών μύθων, που ερμήνευαν με τρόπο αντιληπτό τα ανερμήνευτα του κόσμου τούτου.  Σύμφωνα λοιπόν με τη λαϊκή προσέγγιση, ο Γενάρης, ο Φλεβάρης και ο Μάρτης ήτανε αδέρφια κι είχανε στην κατοχή τους χωράφια με  αμπέλια. Τρύγησαν λοιπόν τα σταφύλια τους και έφτιαξαν κρασί. Επειδή, όμως, τη συγκεκριμένη χρονιά η παραγωγή  ήτανε πολύ μικρή, συμφωνήσανε να βάλουν όλο το κρασί τους σε ένα πιθάρι και να το χρησιμοποιούν από κοινού και εξίσου.  Ο φεβρουάριος,  λίγο πονηρός και σκανταλιάρης, αλλά και λάτρης του κρασιού, σκέφτηκε ένα τρόπο να πάρει το μερίδιό του  χωρίς να το καταλάβουν οι άλλοι. ΄Εβγαλε, λοιπόν, μια τρύπα στο πιθάρι και από εκεί έπινε κρυφά κρασί. Πίνοντας, όμως, λίγο λίγο και κρυφά, δεν ήπιε μόνο το δικό του κρασί αλλά και των άλλων. Όταν τ΄αδέρφια του  το ανακάλυψαν, θύμωσαν τόσο, που αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν.  Αφού κρασί δεν υπήρχε πλέον, του πήραν από μία μέρα. Κι έτσι, Γενάρης και Μάρτης έχουν από τριάντα μία μέρες, ενώ ο Φλεβάρης έμεινε στις είκοσι οχτώ.
Πέραν της λαϊκής ερμηνείας, όμως, σύμφωνα με ιστορικές πηγές, η προσθήκη μιας επιπλέον μέρας στον Φεβρουάριο ξεκίνησε το 44 π.Χ., όταν ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Ιούλιος Καίσαρας άλλαξε το ρωμαϊκό ημερολόγιο  με τη βοήθεια ενός ΄Ελληνα αστρονόμου, του Σωσιγένη. Ο Σωσιγένης, αφού βασίστηκε και στους υπολογισμούς  του ΄Ιππαρχου, ο οποίος 100 περίπου χρόνια προηγουμένως είχε αποδώσει 365,242 μέρες στο ηλιακό έτος, δημιούργησε ένα ημερολόγιο με 365 μέρες, με την προοπτική να προστίθεται μία ακόμη μέρα σε κάθε τέταρτο έτος, μετά την « έκτη προ των καλενδών του Μαρτίου», που ονομαζόταν « bis sextus».  Η μέρα αυτή, επειδή υπολογιζόταν δύο φορές , ονομάζεται μέχρι σήμερα « δις έκτη», το δε έτος που την περιέχει ονομάζεται δίσεκτο.
Λόγω της απόκλισης των έξι ωρών που έχουμε σε κάθε ηλιακό έτος, αν δεν υπολογίζαμε το μέγεθος αυτό και αν δεν το προσθέταμε ως μία ακόμα μέρα σε κάθε τετραετία, μετά από λίγα χρόνια θα μετατοπίζονταν οι μέρες , οι νύχτες  κι ύστερα οι εποχές και δεν θα είχαμε σωστή μέτρηση με βάση τη θέση μας όσον αφορά τον ήλιο.  Το δίσεκτο έτος, αποκαθιστά , κατά κάποιο τρόπο, τις ισορροπίες του χρόνου και των εποχών  κι ας παραμένει παρεξηγημένο στη συνείδηση του λαού ως έτος δύσκολο, με αντιξοότητες και δυστυχίες. ΄Ισως να πρόκειται απλώς για μια κακή ερμηνεία  του συνθετικού «δις-» ως « δυς-», που παραπέμπει σε δυσκολίες.
΄Οσες μέρες , όμως, κι αν περιέχει ο Κουτσοφλέβαρος, είκοσι οχτώ ή είκοσι εννιά, με βαριά ή ηπιότερη χειμωνιά, ο λαός  ξέρει πως… « ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει, καλοκαίρι θα μυρίσει!»


Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.



ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ  

Τόσα παιδιά, τόσα απορημένα βλέμματα παρελαύνουν εδώ και χρόνια στη συνείδησή μας. Πότε σαν πρόσφυγες, πότε σαν θύματα πολέμου, πότε σαν ένα περίσσευμα της γης, που δεν μπορεί να το χορτάσει με το υστέρημά της  κι άλλοτε απλώς σαν θύματα της αδιαφορίας και της πεποίθησής μας πως όλα γίνονται για το καλό των αυριανών γενεών, ακόμα κι αν διακινδυνεύουμε να αφήσουμε το μέλλον να πνιγεί σε ένα καρυδότσουφλο ελπίδας που διασχίζει τη Μεσόγειο.
Και τα παιδιά με τα μεγάλα μάτια, με τις εύθραυστες  ζωές, ενίοτε δεν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα μικρά μας λόγια, την ελάχιστη ψυχή μας. Κι απομένουν αυτόπτες μάρτυρες μιας θλιβερής πραγματικότητας που εμείς σαν στρουθοκάμηλοι, αρνούμαστε να δούμε. «Το όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη», έγραψε πολύ απλά ο Γιάννης Ρίτσος. Αλλά αυτό το όνειρο μετατρέπεται καθημερινά σε εφιάλτη για χιλιάδες παιδιά, που τρέχουνε κυνηγημένα να σωθούν από την παράνοια ενός ενήλικα, παράφρονα κόσμου.
Kι ύστερα…τι; Με πόσα τραύματα άραγε, με πόσες ανεπούλωτες πληγές θα αναγκαστούν να διασχίσουν τα του βίου τους;  «Ο άνθρωπος είναι το προϊόν των τραυμάτων της παιδικής του ηλικίας», δηλώνει χαρακτηριστικά ο Ζίγκμουντ Φρόυντ. Αλλά  η διαπίστωση αυτή  δεν έχει σταματήσει εδώ και χρόνια κανένα πόλεμο ενάντια σε ανυπεράσπιστα πλάσματα, καμιά εισβολή στη χώρα της παιδικής ηλικίας με  όλες τις πτώσεις και καταστροφές που αυτή συνεπάγεται. Αντίθετα οι επιθέσεις παραμένουν σφοδρές και ανελέητες , οι πληγές όλο και αμβλύνονται και παιδιά κυκλοφορούν ανάμεσά μας με μια θλίψη αντί για αύριο στο βλέμμα.
Πάντα επίκαιροι οι στίχοι του Τάκη Βαρβιτσιώτη : « Άκουσε τα παιδιά που βόγγουν μες στα υπόγεια, πατημένα απ΄τα βαριά σύννεφα που έχουν κατέβει πάνω στη γη…΄Εγνοια μου τώρα μοναδική να διασώσω τη χαρά  που κρύβεται μόνο στα μάτια των παιδιών…» Και πώς σώζεται ή διασώζεται άραγε αυτή η χαρά; Πώς, όταν ποδοπατείται με τόσες άγριες αρβύλες ενός βέβηλου καιρού;
Αυτά τα παιδιά, που σύμφωνα με τον ποιητή Νικηφόρο Βρεττάκο , « Κάθε πρωί, με το ίδιο τραγούδι και κάτω απ΄την ίδια υπόσχεση αγάπης, όλα μαζί, είναι η Υδρόγειος που προσεύχεται». Μια δέηση τα μάτια τους, ένα Αμήν πριν απ’  τα λόγια , αφού οι σιωπές τους είναι πιο εύγλωττες και πιο αφοπλιστικές.
Μα ο κόσμος συνεχίζει να περιστρέφεται γύρω από την καταστροφή του, να περιφέρεται γύρω από τη σήψη του,  να προετοιμάζει ένα μέλλον που μοιάζει περισσότερο με επαπειλούμενη έκρηξη ηφαιστείου παρά με επερχόμενη άνοιξη. Τα τραύματα διογκώνονται, διευρύνονται σαν χάσματα που κανένα άλμα καρδιάς δεν μπορεί να υπερβεί. Και τα παιδιά με τα ηλικιωμένα μάτια, τα υπερήλικα όνειρα, μικραίνουν, συρρικνώνονται κάθε μέρα αντί να μεγαλώνουν, για να χωράνε μέσα στην ισχνή συνείδηση αυτών που κηρύσσουν ποικιλοτρόπως την καταστροφή. Και κανένας στίχος, καμιά πύρινη διακήρυξη, καμιά φλογερή πρόθεση δεν γίνεται ανάχωμα σε αυτή την ακατάσχετη επιδρομή ενάντια στην πιο αθώα εκδοχή της ανθρωπότητας.
Κι αν μεγαλώνουμε με αυτό τον τρόπο  νυχθημερόν τα τραύματα, θα έρθει η ώρα που μόνο φονικά θα περισυλλέγουμε. Η πιο σημαντική ερώτηση, σύμφωνα με την Αμερικανίδα συγγραφέα Alice Walker είναι « Γιατί κλαίει το παιδί;». Το εφιαλτικό πλέον, είναι πως έχουμε όλες τις πιθανές απαντήσεις γι΄αυτή την ερώτηση, αλλά επιμένουμε να είμαστε ανεξεταστέοι στο σπουδαιότερο μάθημα που καλούμαστε να καταθέσουμε γνώσεις , στάσεις, αξίες, συναίσθημα. Αυτό της ανθρωπιάς και της αγάπης.  Της βαθιάς συνειδητοποίησης του χρέους απέναντι στους επίγονούς μας.

Και τα παιδιά , όταν δεν πνίγονται, όταν δεν σκοτώνονται, όταν δεν κακοποιούνται.  όταν δεν πεθαίνουν από πείνα, δίψα, εγκατάλειψη, μας κοιτάζουν με δυο διεσταλμένες ίριδες σιωπής και περιμένουν επιτέλους τη φωνή μας να υψωθεί κραταιά, σαν λησμονημένος άγγελος Κυρίου,  επάνω από τα πάθη και τα λάθη μας. 

Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Ας μην μιλήσουμε απλώς για τη μέρα των ερωτευμένων. Ας μιλήσουμε γενικά για την αγάπη. Σε μια εποχή που φαίνεται να την έχει εξοστρακίσει ως αχρείαστη για τις λογής λογής μεθοδεύσεις και σχέσεις που αναπτύσσουμε με γνώμονα το συμφέρον και το δίκιο του ισχυρού.  Θα έλεγε κανείς πως η αγάπη πλέον, αδύναμη και τρομαγμένη, έχει κρυφτεί πίσω από μια μικρή προοπτική και απλώς αναμένει την κατάλληλη στιγμή για να κρυφοκοιτάξει μέσα στην απάθειά μας.
Μα είναι κάποιες  ώρες που μας εκπλήσσει η συνέχεια, που μας αιφνιδιάζει η διάρκεια. Δεν είναι όλα εν τέλει μια ισοπεδωμένη γραμμή οριζόντων. Δεν είναι τα πάντα  μια άμορφη μάζα καθημερινής ρουτίνας, που εξοντώνει στο διάβα της  ακόμα και τα στερνά τριαντάφυλλα μιας ονειροπόλας φύσης μας.  Υπάρχουν εικόνες τόσο τρυφερές, που θαρρείς πως μας γνέφουν από μια άλλη εποχή.
΄Οπως χτες, που συνάντησα ένα  ηλικιωμένο ζευγάρι στην καθημερινή του βόλτα πλάι στη θάλασσα.  Σίγουρα κοντά στα ογδόντα και οι δύο, με βήμα αργό, βλέμμα που βιαζότανε να χορτάσει ακόμα και με ψίχουλα. Εκείνος ψηλός, με κορμί όρθιο σαν οχυρό ενάντια στον αιμοβόρο χρόνο. Με μαλλιά κάτασπρα που, όμως, αρνούνταν να γίνουν λευκή σημαία και να παραδοθούν στη φθορά. Με ένα βάδισμα που θύμιζε νεανικό καλπασμό , στρατιώτη βήμα μέσα στην πιο τιμητική παρέλασή του. Εκείνη πολύ πιο χαμηλή, σαν μικρό μπιμπελό, σχεδόν εύθραυστη όπως  η πορσελάνη του χρόνου.  Με ένα μπαστούνι στο δεξί της χέρι, υποβολείο  στην πεζή της διαδρομή, που είχε όμως μια ποιητικότητα, λες και περίεργοι στίχοι ανάβλυζαν από τούτο το καρτερικό, αναπόφευκτο στήριγμά της στην ξύλινη λαβή. Και αρχοντιά! Ένα μεγαλείο που αρνιότανε να ξεχαστεί και να ξεχάσει, ξεκινούσε από τον επιμελημένο κότσο στα μαλλιά , κατέβαινε μέχρι τον χρυσό σταυρό στον λαιμό κι έφτανε ως τον καρπό της με το ακριβότερο κόσμημα. Το χέρι εκείνου, τρυφερά, στοργικά, αφημένο στο δικό της με τη χάρη και τη ζεστασιά μιας άλλης, πιο ρομαντικής εποχής.
Και σκέφτηκα τότε πόσο καιρό αλήθεια είχα να δω μια τέτοια εικόνα. ΄Ισως και να μην τη συνάντησα ποτέ ξανά. Οι άνθρωποι χάνονται πια μέσα στον χρόνο και την έλλειψή του, θάβονται σαν ζωντανοί νεκροί κάτω από τα ερείπια απροσδόκητων σεισμών του βίου τους. Κι ό,τι ψάχνουν , ό,τι περιμαζεύουν, είναι τελικά ένα μικρό υπόλειμμα από το ολόκληρο που θα μπορούσαν να γευτούν, αν αφήνονταν στα απλά και τα όμορφα της ζωής  αντί στις σύνθετες, επίπλαστες ανάγκες της.
Μα έρχεται άραγε το στερνό κομμάτι ενός λαχανιασμένου βίου, για να μας ενώσει ξανά τα σπασμένα μέλη, να μας πλησιάσει και πάλι τα χέρια, γιατί πλέον μόνο το Μαζί είναι η δύναμή μας;  Και τότε, γιατί χαθήκαμε για χρόνια μέσα σε τόσες άλλες διαδρομές; Γιατί βαδίσαμε δίχως τους χάρτες και τις πυξίδες της αγάπης μας; Γιατί νομίζαμε πως ο χρόνος ήταν απεριόριστος, οι ευκαιρίες ανεξάντλητες, οι πτωχεύσεις μόνο για το ρίσκο των άλλων; Γιατί παίξαμε τόσο πολύ με κάτι που μας δίνεται πάντα λίγο; Γιατί δεν κρατήσαμε πιο σταθερά την αγάπη μέσα στις χούφτες, μέσα στα βλέμματα, μέσα στις ψυχές μας ;
Γιατί δεν  μπορέσαμε ως άνθρωποι να ασπαστούμε θεϊκά  αυτή την ευλογία, που θα μπορούσε να μας χαρίσει την αθανασία;

Επειδή, όπως χαρακτηριστικά δηλώνει η Γαλλοελβετίδα συγγραφέας Anne Louise Germaina de Stael, «Η αγάπη είναι το έμβλημα της αιωνιότητας: Μπερδεύει κάθε έννοια του χρόνου και αφαιρεί κάθε ανάμνηση της αρχής και κάθε φόβο για το τέλος» .

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

ΧΡΟΝΟΓΡΑΦΗΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΕΝΗ ΑΡΤΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ.


ΕΛΕΝΗ ΑΡΕΜΙΟΥ ΦΩΤΙΑΔΟΥ

ΜΕ ΤΟΝ ΦΑΚΟ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ 

Στα μέσα του χειμώνα και στολίστηκε  η φύση με  ανθισμένες μυγδαλιές.  Και  αγναντεύουμε με βλέμματα ψυχής το φούντωμά τους μέσα στο ψυχρό ακόμα πέρασμα τ΄αγέρα.  Και βλέπουμε τα πρώτα  άνθη , που τολμούν , μέσα σε τόσο κρύο στη φύση και στις καρδιές, να προβάλλουν δειλά αλλά αποφασιστικά  και ν΄αφήνουν  πιτσιλιές από ροζ και λευκό στο γκρίζο σκηνικό ενός επίμονου χειμώνα μας. Τόση ομορφιά και τέτοια χάρη μέσα στη σκληρή γοητεία του χειμερινού τοπίου!  Και όχι άδικα ο Ιωάννης Κονδυλάκης γράφει:  “ ΄Οντεν ανθεί η  για μυγδαλιά  κι ο πεύκος  όντε δένει κι η κοπελιά σα στολιστεί τον νου τ΄ανθρώπου παίρνει».
Χαρακτηριστική επίσης η γνωστή φράση του Νίκου Καζαντζάκη: «  Αδελφή πες μου, τι είναι ο Θεός . Κι η μυγδαλιά άνθισε». 
Οι αρχαίοι ΄Ελληνες  δεν έμειναν ασυγκίνητοι μπροστά στην τόλμη και την ομορφιά της  αμυγδαλιάς. Επινόησαν και για την περίπτωσή της ένα χαρακτηριστικό μύθο. Σε αυτόν η Φυλλίς, η όμορφη κόρη του βασιλιά της Θράκης, ερωτεύτηκε και παντρεύτηκε τον γιο  του Θησέα Δημοφώντα.  Σε λίγο καιρό, όμως, ο Δημοφώντας ένιωσε νοσταλγία για την ιδιαίτερη πατρίδα του την Αθήνα. Αποχαιρέτησε λοιπόν τη Φυλλίδα  με την υπόσχεση ότι θα γυρίσει γρήγορα κοντά της και έφυγε για την πόλη του. Οι μέρες , όμως, περνούσαν και ο Δημοφώντας δεν φαινόταν.  Η Φυλλίδα, ανεβασμένη σε  μια αμυγδαλιά, όλο και αγνάντευε τον άδειο δρόμο κι έλεγε στην αμυγδαλιά τον καημό της, ποτίζοντάς την με τα δάκρυά της.  Τελικά δεν άντεξε την αναμονή και πέθανε κάτω από το δέντρο. Τότε και η αμυγδαλιά ξεράθηκε από τη λύπη της. Η ψυχή, όμως, της Φυλλίδας, πέρασε στον κορμό του δέντρου.   ΄Ηταν Γενάρης πια, όταν ο Δημοφώντας επέστρεψε στη Θράκη.  Μόλις έμαθε για τον χαμό της γυναίκας του, απαρηγόρητος, έτρεξε στον κορμό της αμυγδαλιάς, έπεσε χάμω αγκαλιάζοντάς τον όπως θα αγκάλιαζε το άψυχο σώμα της  αγάπης του  και έκλαψε πικρά.  Τότε ξαφνικά το δέντρο της αμυγδαλιάς, λες και ξανάνιωσε,  γέμισε με άσπρα και ροζ λουλούδια.  ΄Ηταν η ψυχή της Φυλλίδας, που βλέποντας κοντά της  τον αγαπημένο της, πλημμύρισε από χαρά κι έδειξε  την αγαλλίασή της με τα όμορφα άνθη μες στον βαρύ χειμώνα.  Από τότε, όπως τελειώνει ο μύθος, οι αμυγδαλιές ανθίζουν μες στο καταχείμωνο , πριν ακόμα βγάλουν φύλλα, ανυπόμονες, πανέμορφες και ενθουσιώδεις.
Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, που η περίπτωσή τους έχει αποτελέσει έμπνευση για ποιητές και άλλους δημιουργούς. Σε αρκετά ποιήματα, η ομορφιά της ανθισμένης αμυγδαλιάς   ταυτίζεται με τη φρεσκάδα και την ομορφιά ενός κοριτσιού, που εμπνέει ιδιαίτερα τον ποιητή.   Οι πλείστοι έχουμε σιγοτραγουδήσει τους στίχους του Γεώργιου Δροσίνη «…ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά με τα χεράκια της κι εγέμισε από τ΄ άνθη η πλάτη , η αγκαλιά και τα μαλλάκια της…» .  Ο δε Νικηφόρος Βρεττάκος , στο ποίημά του « Μια μυγδαλιά και δίπλα της», γράφει χαρακτηριστικά:  «Μια μυγδαλιά και δίπλα της, εσύ. Μα πότε ανθίσατε ; Στέκομαι στο παράθυρο και σας κοιτώ και κλαίω. Τόση χαρά δεν την μπορούν τα μάτια. Δώσ’  μου, Θεέ μου, όλες τις στέρνες τ’ ουρανού να στις γιομίσω» . 
Και ο Νίκος Γκάτσος, όμως , στο  έργο του « Αμοργός», παραλληλίζει τη γυναικεία ομορφιά με την αμυγδαλιά:   «  Έτσι κοιμάται ολόγυμνη μέσα στις άσπρες κερασιές μια τρυφερή μου αγάπη. Ένα κορίτσι αμάραντο σα μυγδαλιάς κλωνάρι.»
Για τον Γιάννη Ρίτσο , στο έργο του  « ΄Ονειρο καλοκαιρινού μεσημεριού», οι αμυγδαλιές μπορούν να γίνουν μαντατοφόροι χαράς μέσα στη θλίψη του κόσμου. « Τη νύχτα οι μυγδαλιές με τ΄άσπρα τους φορέματα περάσαν κάτου απ΄τα παράθυρά μας  αργές και λυπημένες, όμοιες με κείνα τα χλομά κορίτσια του ορφανοτροφείου …Αύριο θα στείλουμε τις μυγδαλιές περίπατο στο ακροθαλάσσι , να πλύνουνε το πρόσωπό τους απ΄τη σκόνη της λύπης μας».  Αλλά κι ο Μίλτος Σαχτούρης, στο ποίημά του « Οι αμυγδαλιές», ταυτίζει τα άνθη της αμυγδαλιάς με  φως και ελπίδα , όταν  ψάχνει μέσα στο σπίτι την ευτυχία , με την μορφή του άνθους της αμυγδαλιάς: « Έκθαμβο σπίτι άσπρο και κόκκινο, σε ποιο δωμάτιο ν΄ανθίσαν οι αμυγδαλιές σου . Εγώ είχα ζήσει σ΄όλες  τις γωνιές, στην κόκκινη και τη δυστυχισμένη…».
Η αμυγδαλιά , λοιπόν, το δέντρο της Φυλλίδας, παραμένει διαχρονικά, τόσο στην λογοτεχνία όσο και στην αντίληψή μας, σύμβολο ομορφιάς, ειδικού θάρρους, χαράς και ανυπόμονου μαντατοφόρου επερχόμενης άνοιξης.