Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ψυχολογία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Ιανουαρίου 2014

Poetry Τherapy (Θεραπεία Μέσω Ποίησης) | Του Δημήτρη Π. Κρανιώτη

Poetry Τherapy (Θεραπεία Μέσω Ποίησης) είναι η συνειδητή και εσκεμμένη χρήση της ποίησης με στόχο την θεραπεία. Πρόκειται για μια διαδικασία αλληλεπίδρασης ανάμεσα στην προσωπικότητα του αναγνώστη και στο ποιητικό κείμενο. Η ποίηση, ως μια καλλιτεχνική έκφραση ευέλικτη, πυκνή και αφαιρετική, συχνά συμβολική και μεταφορική, αποτελεί ένα δραστικό θεραπευτικό εργαλείο.
Με τον όρο Poetry Τherapy (Θεραπεία Μέσω Ποίησης) εννοούμε την θεραπευτική προσέγγιση που χρησιμοποιεί την ποίηση προκειμένου να βελτιώσει τη φυσική, νοητική και συναισθηματική υγεία των ατόμων ανεξαρτήτως φύλου, ηλικίας και κοινωνικής ομάδας. Στηρίζεται στην πεποίθηση ότι βοηθά στην ανάδυση ενδόμυχων σκέψεων, στην επίλυση συγκρούσεων, στην ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων, στη μείωση των επιπέδων άγχους, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και της προσωπικής ανάπτυξης του ατόμου.
Στη Θεραπεία Μέσω Ποίησης τα άτομα χρησιμοποιούν την ποίηση για να έρθουν σε επαφή με τα συναισθήματά τους, να επιλύσουν προβλήματα και να συνεχίσουν με μεγαλύτερη αυτογνωσία την προσωπική τους πορεία. Η αλληλεπίδραση που αναπτύσσεται ανάμεσα στο ποίημα και στον αναγνώστη συμβάλλει στην προαγωγή της συναισθηματικής υγείας και μπορεί να δράσει αγχολυτικά, προληπτικά και θεραπευτικά, τόσο στους ενήλικες όσο και στα παιδιά.
Η ενασχόληση μέσω της ποίησης με τη γλώσσα βοηθά ιδιαίτερα στην κοινωνικοποίηση του ατόμου, καθώς οδηγούμαστε στις πηγές της δικής μας έκφρασης και δημιουργικότητας, μέσω του ποιητικού λόγου, ενός λόγου καθολικού και οικουμενικού, που ταυτίζεται και συνδέεται με το εδώ και το τώρα.
Κατά τη Θεραπεία Μέσω Ποίησης, το ποίημα αναδομείται και ανασυντίθεται, έχοντας γίνει η πρώτη ύλη για μια σωματική, συναισθηματική και αισθητική διαδικασία, βοηθώντας μας να ανασύρουμε μνήμες, αισθήσεις και συμπεριφορές. Ένα ποίημα μπορεί να αποτελέσει το κλειδί για την ανάσυρση μιας μνήμης, ενός τραυματικού γεγονότος, ενός αγαπημένου ή απεχθούς προσώπου.
Η ποίηση, με τη συμπύκνωση και την αφαίρεση που μας προσφέρει, εξυπηρετεί την έκφραση και την επικοινωνία, συνδέοντας το καθολικό και το οικουμενικό με το ατομικό. Η ποίηση μας οδηγεί σε μια γνώση του εαυτού μας, καθώς μπορούμε να πούμε ότι δομικά ένα ποίημα αποτελεί το μοντέλο για την οργάνωση του εαυτού μας.
Όπως από τις ετερόκλητες και συγκρουόμενες λέξεις δημιουργείται ένα ποίημα με ρυθμό και συνοχή, με τον ίδιο τρόπο από τη σύγκλιση των ενστίκτων μας δημιουργείται ένας εαυτός συμπαγής και ολοκληρωμένος. Η «συμπυκνωμένη» ποιητική γλώσσα, πλήρης σε εικόνες και νοήματα, αντιπροσωπεύει τις αντιφάσεις και τα παράδοξα της ύπαρξής μας και απελευθερώνοντας τη δύναμη της εικόνας, της μεταφοράς και του ρυθμού, μας βοηθάει να ανακαλύψουμε και να εκφράσουμε τη βαθύτερη αλήθεια μας.
Στη Θεραπεία Μέσω Ποίησης δεν κρίνονται τα άτομα με βάση την ποιητική τους κλίση, αλλά ενδιαφέρει περισσότερο η διαδικασία και η επαφή του ατόμου με την προσωπική του δημιουργική πλευρά. Αξιοποιείται η μεταμορφωτική δύναμη που μπορούν να έχουν οι λέξεις και η γραπτή έκφραση, η οποία  λειτουργεί ως σημείο εκκίνησης για τη συνάντηση με τον εαυτό μας και την προσωπική μας εξέλιξη.
* Ο Δημήτρης Π. Κρανιώτης είναι Ιατρός Ειδικός Παθολόγος και Ποιητής- Δημοσιεύτηκε στην ηλεκτρονική σελίδα της Εφημερίδας "Σύγχρονη Έκφραση" - http://synek.gr

Κυριακή 20 Οκτωβρίου 2013

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ

Η ψυχαναλυτική πλευρά της κατάθλιψης

Γνωστοί, φίλοι, μέλη της οικογένειας μας, ακόμα και εσείς, έχετε περάσει ή θα περάσετε από κάποια μορφή κατάθλιψης. Και ναι, η κατάθλιψη- αν και τον όρο αυτό τον χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητα μας πολύ συχνά- κρύβει πίσω του θεωρίες και μελέτες, ορισμούς και διαχωρισμούς, που κάνουν τη χρήση του όρου περίπλοκη. Ο πιο σημαντικός διαχωρισμός είναι αυτός που διαφοροποιεί την κατάθλιψη βαριάς μορφής (μανιοκατάθλιψη) από αυτή της καθημερινής, πιο ελαφριάς κατάθλιψης.
Λόγω της οικονομικής κατάστασης που βρίσκεται όχι μόνο η χώρα μας, αλλά και σχεδόν όλος ο κόσμος, τα περιστατικά της «καθημερινής» κατάθλιψης αυξάνονται. Ο κόσμος νιώθει πιο ευάλωτος, πιο απροστάτευτος και όλα φαντάζουν δύσκολα και μάταια. Είναι όμως αυτή η κρίση ο λόγος των αυξανόμενων περιστατικών ή είναι απλά η αφορμή;
Η απώλεια ενός ανθρώπου που ήταν μέρος της ζωής μας- είτε η απώλεια αυτή είναι ο θάνατος ή ένας χωρισμός ή ακόμα και ο αποχωρισμός ενός παιδιού που πάει για σπουδές- η απώλεια ενός αγαπημένου αντικειμένου ή μίας ιδέας, ενός ιδανικού, προκαλεί και τρέφει το αίσθημα της θλίψης- το δεύτερο συνθετικό του όρου κατάθλιψη. Εμείς οι άνθρωποι επενδύουμε μέρος του εαυτού μας και σε άλλους ανθρώπους και σε στα ιδανικά μας και ταυτόχρονα τα εσωτερικεύουμε και τα κάνουμε μέρος του δικού μας είναι, μέρος του Εγώ μας. Συνεπώς η απώλεια αυτών των ανθρώπων και αυτών των ιδανικών φαντάζει και βιώνεται ως απώλεια μέρους του εαυτού μας. Και αυτή είναι με λίγα λόγια η θεωρία του Φρόϋντ για την κατάθλιψη. Συνεπώς η οικονομικής ασφάλεια που είχαμε σαν λαός και το ιδανικό συστήματος που πιστεύαμε πως υπήρχε και μας εξυπηρετούσε χάθηκε, και μαζί με αυτή την απώλεια επήλθε η απώλεια άλλων ιδανικών που είχαμε. Αυτό δημιουργεί προβλήματα μέσα στην οικογενειακή, κοινωνική και επαγγελματική μας ζωή τα οποία συμβάλλουν και ενδυναμώνουν τη θλίψη, την κατάθλιψη.
Την ίδια στιγμή που αυτό το σύστημα μας απογοήτευσε, και την ίδια στιγμή που νιώθουμε ότι αυτή η χώρα και η οικονομία της όχι μόνο δεν μας προστάτευσε αλλά μας προκάλεσε τόσο άγχος και αγωνία, τόσο πόνο και προβλήματα, συνεχίζει να είναι μια χώρα, μία κοινωνία την οποία αγαπούμε, είμαστε μέρος και μέλος της και βλέπουμε και αναγνωρίζουμε τα τόσα καλά που μας έχει προσφέρει. Αυτή η αμφιθυμία μας προκαλεί κατάθλιψη: το να συνυπάρχουν έντονα αρνητικά και θετικά συναισθήματα για ένα άτομο ή μια ιδέα προκαλεί ενοχές και θλίψη. Περιληπτικά αυτή είναι η θεωρία της ψυχαναλύτριαςΜέλανι Κλάιν.
Τι σημαίνει όμως καταθλιπτική συμπεριφορά και πως μπορούμε να καταλάβουμε αν κάποιο μέλος της οικογένειας μας ή ένας φίλος μας χρειάζεται στήριξη και βοήθεια; Σε γενικές γραμμές τα κύρια σημάδια της καταθλιπτικής συμπεριφοράς είναι η έλλειψη κινήτρου, η αδιαφορία για τη δουλειά, την κοινωνικοποίηση και τους φίλους, μια μονότονη συμπεριφορά, η έλλειψη αυτοπεποίθησης, ακόμη και η αυτοτιμωρία.
Και η λύση δεν θα βρεθεί με το να πιέζουν τον εαυτό τους να κοινωνικοποιηθούν και να δραστηριοποιηθούν. Αυτό θα βοηθήσει για λίγο καιρό: θα ξεχαστούν για λίγη ώρα και θα περάσουν καλά, μπορεί και να νιώσουν καλύτερα. Το πρόβλημα όμως δεν λύνετε, είναι ακόμα εκεί και όσο το καταπιέζουμε, χωρίς να το αντιμετωπίζουμε, δυναμώνει και μεγαλώνει, πνιγόμαστε σε ένα ποτήρι νερό. Η ουσιαστική λύση είναι μόνο μια και αυτή είναι η αντιμετώπιση της πηγής της κατάθλιψης. Οι ειλικρινείς συζητήσεις με τον εαυτό μας είναι πολύ σημαντικές στην εύρεση του τι μας προκαλεί την κατάθλιψη. Βοήθεια μπορούν να προσφέρουν αγαπημένα άτομα στα οποία μπορούμε να μιλήσουμε και να μοιραστούμε όσα μας απασχολούν αλλά η επαγγελματική βοήθεια από ένα ψυχολόγο ή ψυχοθεραπευτή μπορεί να επιφέρει καλύτερα και πιο ουσιώδες αποτέλεσμα.
Συνεπώς η θεραπεία όχι μόνο της κατάθλιψης αλλά και του άγχους και τόσων άλλων καθημερινών προβλημάτων είναι η γνώση του τι τα προκαλεί, η συνειδητοποίηση της πηγής τους και η αντιμετώπιση αυτών.

Μαρίσια Σιβιτανίδου
Ψυχαναλυτική Ψυχοθεραπεύτρια
BSc Ψυχολογία
MA Θεωρίες της Ψυχανάλυσης
Εκπαιδευόμενο Μέλος της Κυπριακής Εταιρείας Ψυχαναλυτικής Ψυχοθεραπείας

Δευτέρα 26 Αυγούστου 2013

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ


Δέσπω Χαραλάμπους
Εγγεγραμμένη Σχολική Ψυχολόγος


  Έναρξη νέας σχολικής χρονιάς!

  Πώς βοηθούμε τα παιδιά να προσαρμοστούν πιο εύκολα;

Ο Σεπτέμβριος πλησιάζει και είναι θέμα λίγων ημερών για την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς. Γονείς και παιδιά καλούνται να αφήσουν πίσω τους την ανεμελιά του Καλοκαιριού και να προσαρμοστούν σε νέα ωράρια, ανάγκες και απαιτήσεις της νέας σχολικής χρονιάς.
Κατά τη μεταβατική αυτή περίοδο είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη μας τις ψυχικές και συναισθηματικές ανάγκες των παιδιών μας καθώς η καλή ψυχική υγεία τους επιτρέπει να κοινωνικοποιηθούν ομαλά και να χτίσουν μία καλή αυτοπεποίθηση.
Το πόσο εύκολη ή δύσκολη θα είναι η προσαρμογή του παιδιού μας στο σχολείο εξαρτάται από διάφορους παράγοντες όπως είναι η προσωπικότητά του, οι εμπειρίες του στο χώρο του σχολείου κατά τα προηγούμενα χρόνια, η στάση των γονιών του στο νέο του ξεκίνημα καθώς και η σχολική τάξη ή και βαθμίδα στην οποία θα φοιτήσει.
Τα παιδιά που θα φοιτήσουν για πρώτη φορά στο σχολείο βιώνουν συνήθως άγχος λόγω του ότι καλούνται να αντιμετωπίσουν τον αποχωρισμό από τους γονείς και την προσαρμογή σ’ ένα νέο πλαίσιο, την κοινωνικοποίηση στην τάξη, τις σχολικές εργασίες και την επαφή τους με τους συνομήλικους και τους δασκάλους. Τα παιδιά των μεγαλύτερων ηλικιών (Γυμνασίου, Λυκείου), αγχώνονται κυρίως λόγω του ότι δεν ξέρουν τι θα αντιμετωπίσουν στο καινούριο περιβάλλον, ενώ ακούνε ότι οι απαιτήσεις μεγαλώνουν και οι δυσκολίες πολλαπλασιάζονται.
Ως γονείς, πολλές φορές ανησυχούμε για το αν το παιδί μας θα καταφέρει να προσαρμοστεί στο καινούριο πλαίσιο, αν η μετάβαση θα είναι ομαλή και αν είναι έτοιμο να την πραγματοποιήσει. Παρόλο που αυτό δεν εξαρτάται αποκλειστικά απο εμάς ωστόσο ο ρόλος μας είναι πολύ σημαντικός στην όσο το δυνατό ομαλότερη επιστροφή τους στο σχολείο.
Κατά την διαδικασία αυτή θα πρέπει να θυμόμαστε όμως ότι το κάθε παιδί έχει τους δικούς του ρυθμούς προσαρμογής και ότι θα πρέπει να σταθούμε υποστηρικτικά και υπομονετικά δίπλα τους μέχρι να τα καταφέρουν.

ΜΙΑ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΠΡΙΝ
Προετοιμαζόματε και οι δυο. Υποδεχόματε με ενθουσιασμό την επικείμενη αλλαγή στη ζωή του παιδιού μας. Όταν νιώθουμε εμείς καλά, νιώθει καλά και το παιδί μας. Συζητούμε για τη σχολική ζωή υπενθυμίζοντάς του το πρόγραμμα που απαιτεί. Μιλούμε μαζί του για τα ευχάριστα της σχολικής ζωής, όπως οι φίλοι του και οι δραστηριότητες που του αρέσουν. Επαναπροσδιορίζουμε το καθημερινό μας πρόγραμμα με κυριότερη έμφαση στις ώρες του βραδυνού ύπνου και στις ώρες των γευμάτων του (ιδιαίτερα το πρωινό). Ελαττώνουμε το χρόνο στην τηλεόραση και στα διάφορα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Ενθαρρύνουμε και συμμετέχουμε με το παιδί μας σε πιο ήρεμα παιχνίδια όπως παζλ, επιτραπέζια και βιβλία. Συζητητούμε και βρίσκουμε μαζί του λύσεις σε πρακτικά θέματα (π.χ ώρες φροντιστηρίων/δραστηριοτήτων, δρομολόγια, μετακινήσεις).
Αγοράζουμε με το παιδί μας το σχολικό εξοπλισμό και κάνουμε μαζί τις απαραίτητες αλλαγές
στο χωρο μελέτης του.

Η ΠΡΩΤΗ ΕΒΔΟΜΑΔΑ ΤΟΥ ΣΧΟΛΕΙΟΥ
Το πρωί πάντοτε αποχαιρετούμε το παιδί μας και «δεν φεύγουμε στα κρυφά». Το κάνουμε να νιώσει ασφάλεια για το χώρο στον οποίο το αφήνουμε. Αν δυσκολεύεται δείχνουμε υπομονή και το καθησυχάζουμε (π.χ «το ξέρω ότι είναι δύσκολος ο αποχωρισμός, μα το μεσημέρι θα είμαστε πάλι όλοι μαζί και θα έχεις να μας πεις ένα σωρό πράγματα....»)
Συζητούμε για το πώς πέρασε την ημέρα του στο σχολείο. Ακούμε προσεκτικά χωρίς να ασχολούμαστε με κάτι άλλο. Περνούμε χρόνο μαζί του για να ξεφυλλίσουμε τα νέα του βιβλία, προσεγγίζοντας με ενθουσιασμό το περιεχόμενό τους και δίνοντας στο παιδί την ευκαιρία να μοιραστεί μαζί μας τις σκέψεις και τα συναισθήματά του για τη νέα σχολική χρονιά.
Κάθε βράδυ, προετοιμάζουμε μαζί του όλα όσα είναι απαραίτητα για την επόμενη μέρα. Καλό θα ήταν να βάζουμε μαζί και το ξυπνητήρι, προετοιμάζοντας το για το πρωινό ξύπνημα.
Διευθετούμε κάποια συνάντηση με συμμαθητές και φίλους του στο σπίτι μας ή κάπου αλλού έτσι ώστε να γνωρίσει καλύτερα τα παιδιά με τα οποία θα περνάει τόσες ώρες της ημέρας μαζί τους. Επιπλέον, παίρνει το μήνυμα ότι είμαστε κοντά του ότι και αν χρειαστεί.
Στους εφήβους, είναι σημαντικό να τονώσουμε την αυτοπεποίθηση και την αυτοεικόνα τους
δείχνοντας εμπιστοσύνη στις ικανότητες και στις δυνατότητές τους (συναισθηματικές, γνωστικές). Επίσης σεβόμαστε τις μελλοντικές επαγγελματικές επιλογές τους ακόμα και αν δεν είναι σύμφωνες με τις δικές μας προτιμήσεις. Ο γόνιμος διάλογος σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να γεφυρώσει το χάσμα που τυχόν μπορεί να υπάρξει μεταξύ εμας και του παιδιού μας.

ΞΕΠΕΡΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΑΓΧΟΣ ΜΑΖΙ ΜΕ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΜΑΣ
Επαινούμε οποιαδήποτε καλή τακτική ακολουθεί το παιδί μας σχετικά με το σχολείο. Δείχνουμε τη χαρά και την περηφάνεια μας όταν τα πηγαίνει καλά και του δίνουμε εναλλακτικές λύσεις σε θέματα που το απασχολούν. Προσπαθούμε να είμαστε όσο πιο υποστηρικτικοί παρά πιεστικοί γίνεται, ιδιαίτερα με τους εφήβους. Παραμένουμε ήρεμοι και ψύχραιμοι σε οποιοδήποτε ζήτημα και αν προκύψει. Ιδιαίτερα αν το παιδί μας είχε μια αρνητική εμπειρία στο σχολείο (π.χ εκφοβισμό) είμαστε προετοιμασμένοι για ενδεχόμενο φόβο ή και άρνηση του παιδιού να πάει σχολείο. Αποδεχόμαστε το φόβο του και συζητούμε μαζί του τον τρόπο διαχείρισή του και τη συνεργασία μας με το σχολείο. Κρατούμε καλή επαφή με τους εκπαιδευτικούς των παιδιών μας και τους ενημερώνουμε για τυχόν ζητήματα που θεωρούμε καλό να γνωρίζουν. Τέλος, δείχνουμε ενδιαφέρον για τις σχολικές δραστηριότητες του παιδιού μας και προσπαθούμε να είμαστε παρόν σε σημαντικά γεγονότα όπως γιορτές.

Καλή Σχολική Χρονιά!!!

Δέσπω Χαραλάμπους

Σχολική/Εκπαιδευτική Ψυχολόγος

more...http://lifeandartmagazine.blogspot.com/search/label/%CE%A8%CF%85%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ



Δέσπω Χαραλάμπους
Εγγεγραμμένη Σχολική Ψυχολόγος

ΟΙ ΕΦΗΒΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ…

Η εφηβική ηλικία είναι η τελευταία φάση της ανάπτυξης και καλύπτει τη χρονική περίοδο ανάμεσα στην
παιδική και την ώριμη ηλικία. Αποτελεί εκείνη τη φάση της ζωής κατά την οποία πραγματοποιείται το
πέρασμα του ατόμου από τον κόσμο του παιδιού με την ανεμελιά και την εξάρτηση στον κόσμο του ενηλίκου
με την υπευθυνότητα και την αυτοδιαχείριση. Το πέρασμα αυτό παίρνει συνήθως 7-8 χρόνια για να
ολοκληρωθεί και ο έφηβος παρουσιάζει χαρακτηριστικά που άλλοτε θυμίζουν την παιδική ηλικία και άλλοτε
την ώριμη ηλικία. Γι’ αυτό και η εφηβική ηλικία χαρακτηρίζεται και ως μια μεταβατική περίοδος η οποία
σύμφωνα με τον ορισμό της Παγκόσμια Οργάνωσης Υγείας διαρκεί από το 11ο μέχρι το 19ο έτος περίπου.
Ο ακριβής καθορισμός των χρονικών ορίων –έναρξη και λήξη- της εφηβικής ηλικίας παρουσιάζει πολλές
δυσκολίες. Ως αφετηρία της περιόδου θεωρείται το σημείο στο οποίο το άτομο γίνεται ικανό για
αναπαραγωγή και ως τέλος το σημείο στο οποίο το άτομο θεωρείται έτοιμο να αναλάβει το ρόλο του
ενηλίκου. Και τα δυο αυτά σημεία όμως είναι δύσκολο να προσδιοριστούν με ακρίβεια λόγω του είναι
συνάρτηση βιολογικών αλλά και τοποχρονικά καθορισμένων κοινωνικών δεδομένων.
Η εφηβεία περιλαμβάνει αλλαγές σε 4 βασικούς τομείς της ανάπτυξης: το βιοσωματικό, το γνωστικό, το
συναισθηματικό και τον κοινωνικό τομέα.
Βιοσωματικός:
Η εφηβεία θεωρείται ότι είναι το μεγαλύτερο βιολογικό γεγονός μετά τη γέννηση γι’ αυτό και ο J.J Rousseau
τη χαρακτήρισε «δεύτερη γέννηση». Στη φάση αυτή συμβαίνουν ραγδαίες αλλαγές σε όλες τις παραμέτρους
του σώματος: ύψος, βάρος, αναλογίες, περίγραμμα, θέση και λειτουργία των οργάνων και των οργανικών
συστημάτων με κορυφαία βιοσωματική μεταβολή την ωρίμανση της γενετήσιας λειτουργίας.
Νοητικός:
Κάνουν την εμφάνισή τους οι αφαιρετικές νοητικές πράξεις οι οποίες δίνουν μια άλλη προοπτική στην
αντίληψη και κατανόηση του κόσμου. Η σκέψη αρχίζει να κινείται από το συγκεκριμένο και το υπαρκτό στο
χώρο του πιθανού, των υποθέσεων και των θεωριών. Ο έφηβος μπορεί να συλλάβει και να επεξεργαστεί ότι
θα μπορούσε να υπάρξει στο μέλλον ή που είναι αντίθετο με την πραγματικότητα.
Συναισθηματικός:
Αναπτυξιακό χαρακτηριστικό στον τομέα αυτό είναι η μεγάλη ένταση και η αστάθεια της ψυχικής διάθεσης.
Είναι μια περίοδος εσωτερικού αναβρασμού και θυμικής αναστάτωσης, είναι η περίοδος «των καταιγίδων και
των έντονων εσωτερικών συγκρούσεων». Η συναισθηματική ζωή του έφηβου περιγράφεται γεμάτη
μεταπτώσεις και ταλαντεύσεις ανάμεσα σε αντιφατικές και συγκρουόμενες διαθέσεις όπως μεταξύ
υπερδιέγερσης και λήθαργου, πάθους και αδιαφορίας, χαράς και λύπης, φιλίας και εχθρότητας, ευφορίας και
μελαγχολίας. Ο έντονος αυτός ψυχικός αναβρασμός θεωρείται ότι είναι αποτέλεσμα των βιολογικών αλλαγών
της ήβης αλλά κυρίως και του ορμονικού συστήματος του εφήβου.
Κοινωνικός:
Η τάση για ανεξαρτητοποίηση από τους ενηλίκους και για συμμόρφωση προς την ομάδα των συνομηλίκων
φθάνει στο αποκορύφωμά της. Ο έφηβος νιώθει έντονη την επιθυμία να κόψει τον ομφάλιο λώρο και να
ανεξαρτητοποιηθεί από την οικογένειά του. Αυτή του η έντονη επιθυμία συχνά γίνεται αιτία έντονων
προστριβών και διακοπής της επικοινωνίας μεταξύ γονέων και παιδιού, ιδίως στις αυταρχικές οικογένειες.
Παράλληλα η επιθυμία του έφηβου για κοινωνική αποδοχή οδηγεί στην δουλική συμμόρφωση και υποταγή
στην ομάδα των συνομηλίκων.
Όταν αρχίζουν όλες οι πιο πάνω σωματικές και ψυχολογικές αλλαγές, ο έφηβος νιώθει σαν να ξεκινά ένα
ταξίδι δίχως να γνωρίζει τη διαδρομή, τη διάρκεια και τον προορισμό του. Εμείς οι γονείς είναι σημαντικό να
λειτουργήσουμε σαν συνταξιδιώτες σ’ αυτό το ταξίδι και να παρέχουμε την στήριξη και τη βοήθεια μας καθ’
όλη τη διάρκειά του. Πρέπει να ανακαλύψουμε και να αναπτύξουμε καινούριες συνήθειες, σε μια αναζήτηση
κοινών πεδίων ενδιαφέροντος έτσι ώστε να εξισορροπήσουμε τις σχέσεις με τα παιδιά μας, και ταυτόχρονα
να διατηρήσουμε την επαφή μαζί τους.
Για παράδειγμα όταν ο έφηβος μας δείχνει συνεχώς ότι δεν χρειάζεται πια τη συνοδεία μας, ότι δεν έχει χρόνο
να μιλήσουμε και ασχολείται με πράγματα τα οποία τον απομακρύνουν από την οικογένεια του, τότε εμείς ως
γονείς χρειάζεται να σεβαστούμε ως ένα βαθμό την επιθυμία του και παράλληλα να αποφύγουμε τον κίνδυνο
να συμβιώνει η οικογένεια χωρίς όμως τα μέλη της να επικοινωνούν ουσιαστικά. Δραστηριότητες όπως τα
ψώνια ή ο κινηματογράφος μπορούν να αποτελέσουν ένα «ζωτικό» ελάχιστο μέσο επικοινωνίας, εφόσον
προσφέρουν ευχαρίστηση σε όλους.
Οι έφηβοι, καθώς εξελίσσονται ως μελλοντικοί ενήλικες «διψούν» για τους γονείς τους, ενώ ταυτόχρονα
αισθάνονται την ανάγκη να τοποθετούνται είτε φιλικά είτε εχθρικά απέναντι τους. Όταν εμείς δεν τους
δίνουμε αρκετή σημασία και όταν αποτύχουν στο να τραβήξουν τη προσοχή μας τότε είναι που υποφέρουν
αληθινά. Η παρουσία μας λοιπόν εξακολουθεί να είναι άκρως σημαντική, έστω κι αν ο ρόλος μας αλλάζει.
Χρήσιμες Συμβουλές για ανατροφή των εφήβων:
 Όπως και στην παιδική ηλικία, έτσι και στην εφηβεία πρέπει να κρατήσουμε ένα μέτρο ανάμεσα στην
υπερ-προστατευτικότατα και την αδιαφορία. Ούτε η συνεχής ενασχόληση και εποπτεία κάνουν καλό ούτε
και η χωρίς προϋποθέσεις παροχές και οι χωρίς όρια ελευθερίες κάνουν καλό στους εφήβους. Οι έφηβοι
θέλουν καθοδήγηση με αγάπη αλλά και με σεβασμό της προσωπικότητάς τους.
 Τέλειοι έφηβοι δεν υπάρχουν ούτε αλάθητοι γονείς. Τα παιδιά είναι ανθεκτικά στα δικά μας λάθη, αρκεί
να μην είναι σοβαρά και να τα διορθώνουμε με πολλές θετικές συμβουλές.
 Εκείνο που κυρίως απεχθάνονται οι έφηβοι είναι το κήρυγμα. Τα συνεχή πρέπει και μη χωρίς
επιχειρήματα. Είναι σημαντικό να υπάρχει συζήτηση και συμφωνία ανάμεσα στο γονιό και στον έφηβο,
έτσι ώστε να ικανοποιούνται οι ανάγκες και των δυο.
 Να υπάρχει συνεχής ενθάρρυνση για ανάληψη ευθυνών από τους εφήβους και εμπλοκή των εφήβων σε
δραστηριότητες όπως: ψώνια τόσο της οικογενείας όσο και δικά τους, πλύσιμο αυτοκινήτου, επισκευή
κάποιων επίπλων, καθάρισμα του δωματίου τους αλλά και του σπιτιού, σιδέρωμα και άπλωμα των
ρούχων, μαγείρεμα.
 Οι υπεύθυνοι γονείς θα πρέπει να κάνουν υπομονή σε περιπτώσεις διαζυγίου ή άλλων προβλημάτων που
τυχόν παρουσιαστούν εντός της οικογένειας. Δεν δηλητηριάζουν με τοξικά συναισθήματα τον ευάλωτο
κόσμο των εφήβων, αλλά ούτε και αποκρύπτουν σημαντικά γεγονότα τα οποία μπορούν να επηρεάσουν τη
ζωή τους με κάποιο τρόπο.
 Όταν διαπιστώσουμε ότι κάτι δεν πάει καλά με τους εφήβους τότε θα πρέπει να απευθυνθούμε για
συμβουλευτική βοήθεια σε κάποιους ειδικούς ψυχικής υγείας (Σχολικό/Εκπαιδευτικό, Κλινικό Ψυχολόγο)
οι οποίοι μπορούν να βοηθήσουν τόσο τους έφηβους όσο και τους γονείς. Είναι σημαντικό να έχουμε
υπόψη ότι η ψυχική-συναισθηματική επιβάρυνση των γονιών έχει άμεση επίπτωση στην ψυχική υγεία του
εφήβου.
Η εφηβεία αποτελεί ένα είδος ανακεφαλαίωσης όλων των αναπτυξιακών ορόσημων των προηγούμενων
ηλικιών. Τα πρώτα εφηβικά χρόνια (11ο-14ο έτος) είναι όπως τη βρεφική ηλικία, μια περίοδος ταχύτατης
σωματικής ανάπτυξης και βασικών αλλαγών στη σωματική εμφάνιση. Τα επόμενα 2-3 χρόνια (14ο-16ο έτος)
είναι όπως και η προσχολική ηλικία, περίοδος διεύρυνσης των κοινωνικών σχέσεων και της τάσης για
αυτονομία, περίοδος αυξανόμενης απελευθέρωσης από την οικογένεια και συμμόρφωσης προς τους κανόνες
της ομάδας των συνομηλίκων. Τα τελευταία εφηβικά χρόνια (17ο-20ο έτος) είναι όπως και η σχολική ηλικία,
περίοδος παραγωγικότητας και εκμάθησης κοινωνικών και επαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων,
περίοδος άμεσης προετοιμασίας για το ρόλο του ενηλίκου.
Όλα τα πιο πάνω αποτελούν ένα δύσκολο εγχείρημα ειδικά στη σημερινή εποχή όπου εμείς σαν ενήλικες
γενικότερα και γονείς ειδικότερα δεν είμαστε απόλυτα ικανοί να βιώσουμε μαζί με τους εφήβους αυτή τη
ξεχωριστή περιπέτεια. Δεν φαίνεται να διαθέτουμε την προθυμία, τον χρόνο και την προσοχή μας, αλλά ούτε
και κατέχουμε την ικανότητα να λειτουργήσουμε σαν καθοδηγητές μέσα σε μια κοινωνία που διαρκώς χάνει
τα σημεία αναφοράς της, την ιεράρχηση αξιών και την ηθική. Οι έφηβοι έχουν ανάγκη, περισσότερο από ποτέ
να γνωρίσουν τις πεποιθήσεις των γονιών τους. Χρειάζονται επίσης την τρυφερότητα και την αγάπη μας,
ακόμα και όταν την αμφισβητούν ή την αρνούνται. Χωρίς τα απαραίτητα αυτά συστατικά δεν θα μπορέσουν
να συγκροτηθούν ως νέα μέλη στο κόσμο των ενηλίκων. Οι έφηβοι με τη στήριξη και τη βοήθεια μας μπορούν
να αναδείξουν ο καθένας τη δική του προσωπικότητα και το πάθος τους για νέα πράγματα, διαδραματίζοντας
έτσι το δικό τους ρόλο στα οικογενειακά και γενικότερα κοινωνικά δρώμενα.

Δέσπω Χαραλάμπους
Εγγεγραμμένη Σχολική/Εκπαιδευτική Ψυχολόγος

more...http://lifeandartmagazine.blogspot.com/search/label/%CE%A8%CF%85%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2013

ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ


Δέσπω Χαραλάμπους
Εγγεγραμμένη Σχολική Ψυχολόγος

Όταν ο Φόβος επισκέπτεται
την παιδική ψυχή…

Τι συμβαίνει άραγε όταν το σκοτάδι γεμίζει το παιδικό δωμάτιο με σκιές
και τα αθώα παιδικά όνειρα μετατρέπονται σε εφιάλτες; Τι είναι αυτό
που φέρνει, αυτόν τον συχνά παράλογο φόβο στην ζωή του παιδιού και
προκαλεί τόση αναστάτωση και τόσο κλάμα; Είναι αναγκαία όλα αυτά;
Είναι φυσιολογικά ή πρέπει να ανησυχήσουμε για την εμφάνισή τους.
O Φόβος είναι ένα από τα βασικότερα συναισθήματα του
ανθρώπου και βιώνεται πολύ συχνά κατά την παιδική ηλικία. Μπορεί να επηρεάσει σημαντικά
το άτομο σε ψυχικό και σωματικό επίπεδο και συνήθως συνοδεύεται από θυμό, λύπη ή ακόμα
και φυγή. Η ύπαρξη του φόβου σ’ ένα παιδί μπορεί να θεωρηθεί μια φυσιολογική αντίδραση σε
γεγονότα που απειλούν κυρίως την προσωπική του ασφάλεια. Μπορούμε λοιπόν να
χαρακτηρίσουμε την ύπαρξη του φόβου σαν μια αντίδραση προσαρμογής που εξασφαλίζει στο
παιδί την ετοιμότητα να αντιμετωπίζει καταστάσεις. Επομένως, πολλοί από τους φόβους που
βιώνουν τα παιδιά αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της ανάπτυξής τους καθώς σηματοδοτούν
την τοποθέτηση ορίων και βάσεων έτσι ώστε να αρχίσουν να προσέχουν τον εαυτό τους.
Παιδικοί Φόβοι: Εξελικτική πορεία
Το παιδί ανάλογα με το αναπτυξιακό στάδιο στο οποίο βρίσκεται, βιώνει διαφορετικούς φόβους:
 Μεταξύ του 6ου και του 36ου μήνα ζωής τους τα παιδιά βιώνουν το φόβο της απώλειας.
Πιο συγκεκριμένα στην ηλικία αυτή ενώ τα παιδιά επιθυμούν να εξερευνήσουν το
περιβάλλον και να αυτονομηθούν από τον κόσμο των ενηλίκων την ίδια στιγμή ο φόβος
μήπως χάσουν την αγάπη τους, προκαλεί την αντίθετη τάση επαναπροσέγγισης. Αυτός είναι
και ο λόγος για τον οποίο πολλά παιδιά θέλουν να ελέγχουν συνεχώς αν οι ενήλικες
παραμένουν σταθερά πλάι τους και τα προσέχουν στην προσπάθεια που κάνουν για να
απεξαρτηθούν από αυτούς.
 Καθώς το παιδί μεγαλώνει οι φόβοι μεταβάλλονται από απτούς και συγκεκριμένους σε
αόρατους και απροσδιόριστους. Στην ηλικία των 2 ετών το παιδί βιώνει το φόβο για την
απώλεια της παντοδυναμίας. Ενώ το παιδί στην ηλικία αυτή αντιλαμβάνεται τον εαυτό του
ως το κέντρο του κόσμου την ίδια στιγμή γύρω του συμβαίνουν πολλά ανεξήγητα πράγματα
τα οποία δεν μπορεί να χειριστεί. Αυτό του προκαλεί φόβο καθώς αμφισβητείται η δύναμή
του να ελέγχει τα πάντα.
 Επίσης στην ηλικία αυτή συνεχίζει να εντοπίζεται ο φόβος της εγκατάλειψης ο οποίος
γίνεται ακόμα πιο έντονος καθώς το παιδί διανύει τον 3ο χρόνο. Στο στάδιο αυτό, το οποίο
μπορεί να χαρακτηριστεί ως η «φάση του όχι» ή «η φάση του πείσματος», το παιδί μαθαίνει
πόσα μπορεί να πετύχει μέσα από τη στάση και τη συμπεριφορά του. Η δύναμη από την
πλευρά του παιδιού και παράλληλα η αδυναμία από την πλευρά των γονιών για οριοθέτηση
και έλεγχο της συμπεριφοράς του, φέρνουν τις πρώτες συγκρούσεις μεταξύ τους και το
παιδί βιώνει ακόμα πιο έντονα το φόβο της εγκατάλειψης. Αυτή την περίοδο παρατηρούνται
διαταραχές στον ύπνο και αυξημένοι εφιάλτες ενώ το παιδί εξακολουθεί να έχει την
ανάγκη επιβεβαίωσης της παρουσίας των γονιών του και ανακουφίζεται όταν αυτοί κάνουν
αισθητή την παρουσία τους χαϊδεύοντάς το, μιλώντας του και δείχνοντάς του ότι το
αγαπάνε και ότι είναι δίπλα του.
 Διανύοντας τον 4ο χρόνο της ζωής του και μετά το παιδί αναπτύσσει τη συνείδηση του
σώματός του, βιώνοντας τον εαυτό του σαν ένα άτομο που μπορεί να τραυματιστεί. Το
γεγονός αυτό δημιουργεί στο παιδί φόβους για την εξασφάλιση της σωματικής του
ακεραιότητας. Παρατηρούμε ότι διστάζει πλέον να πηδήξει από το τραπέζι αφού δεν είναι
πια σίγουρο ότι κάποιος θα το πιάσει πριν προλάβει να πέσει κάτω και να κτυπήσει.
Αρχίζει πλέον να σκέφτεται ότι μπορεί να πέσει αν δεν κρατηθεί καλά στην σκάλα της
παιδικής χαράς και αντιλαμβάνεται ότι αν συμβεί κάτι τέτοιο δεν θα «περάσει» απλά αλλά
μπορεί και να τραυματιστεί σοβαρά. Επομένως στην ηλικία αυτή η εμφάνιση
διστακτικότητας εκ μέρους των παιδιών για συμπεριφορές του παρελθόντος μπορούν να
θεωρηθούν φυσιολογικές και αναμενόμενες του εξελικτικού τους σταδίου.
 Μέχρι τον 7ο χρόνο το παιδί έχει ήδη αρχίσει να εξηγεί στον εαυτό του πράγματα που
γνωρίζει ήδη και προσπαθεί να δώσει εξηγήσεις για τα όσα συμβαίνουν γύρω του. Σιγά σιγά
αρχίζει μια φάση κατανόησης και το παιδί μπορεί να καταλάβει αιτιακές σχέσεις.
Πώς δημιουργούνται οι φόβοι στα παιδιά;
Είναι λογικό και αναμενόμενο αρκετοί γονείς να αναρωτιέστε πώς δημιουργούνται οι φόβοι στα
παιδιά. Η ανάπτυξη λοιπόν των φόβων επηρεάζεται κατά κύριο λόγο από την ιδιοσυγκρασία του
παιδιού, τις προσωπικές του εμπειρίες αλλά και από τις περιβαλλοντικές συνθήκες μέσα στις
οποίες εμφανίζονται τα φοβικά ερεθίσματα-καταστάσεις. Έτσι λοιπόν ένας φόβος μπορεί να
δημιουργηθεί εξαιτίας της ύπαρξης μιας εκ των ακόλουθων περιπτώσεων:
Άμεση εμπειρία του παιδιού. Ένα παιδί που για παράδειγμα βίωσε την καταδίωξη ή το
δάγκωμα από ένα σκύλο μπορεί να εκδηλώσει φόβο προς τους σκύλους γενικά ή σε άλλα
παρόμοια τετράποδα όπως π.χ τις γάτες.
Τοποχρονική συνεξάρτηση: το παιδί μπορεί να αναπτύξει φόβο προς ένα ερέθισμα, χωρίς
ποτέ να έχει δοκιμάσει επώδυνη εμπειρία με το συγκεκριμένο ερέθισμα, αλλά το ουδέτερο αυτό
ερέθισμα να έχει παλιότερα τοποχρονικά συνδεθεί με ένα άλλο φοβικό ερέθισμα.
Παρατήρηση και μίμηση προτύπων: το παιδί μπορεί να αποκτήσει φόβο προς κάτι, απλά και
μόνο επειδή είδε κάποιον άλλον να εκδηλώνει φόβο προς αυτό το ερέθισμα. Άλλωστε γι’ αυτό
πολλές φορές παρατηρείται αντιστοιχία μεταξύ των φόβων που εκδηλώνει το παιδί και των
φόβων που εκδηλώνουν οι γονείς.
Μετατόπιση: πολλές φορές το φοβικό ερέθισμα αποτελεί υποκατάστατο κάποιου άλλου
φοβικού ερεθίσματος. Για παράδειγμα μπορεί το παιδί να αρχίσει να φοβάται ξαφνικά το
σκοτάδι ενώ στην πραγματικότητα εκείνο που τον φοβίζει είναι η καινούργια του νταντά ή ένας
δάσκαλος στον παιδικό σταθμό. Μπορεί επίσης να τον φοβίζει το ενδεχόμενο ενός διαζυγίου ή
ο ενδεχόμενος θάνατος κάποιου συγγενή.
Οι παιδικοί φόβοι είναι αναντίρρητα, λοιπόν, όχι μόνο αναπόφευκτοι αλλά ακόμη και
επιθυμητοί. Εκτός από το γεγονός ότι προστατεύουν το παιδί από τους διάφορους κινδύνους
αποτελούν πολλές φορές και χρήσιμο δείκτη για την όλη πορεία της ανάπτυξης του παιδιού. Ο
φόβος για παράδειγμα προς τα άγνωστα πρόσωπα που εκδηλώνεται στα βρέφη των 7 και 8
μηνών δείχνει ότι το παιδί έχει αναπτύξει την πρώτη του προσκόλληση προς το μητρικό
πρόσωπο. Η αποβολή του φόβου αυτού δείχνει ότι το βρέφος έχει προχωρήσει σ’ ένα ανώτερο
επίπεδο γνωστικής ανάπτυξης, τη δημιουργία δηλαδή ενός πιο περιεκτικού γνωστικού
σχήματος για το ανθρώπινο πρόσωπο. Επειδή όμως οι έντονοι και επίπονοι φόβοι προκαλούν
αναστάτωση και δυσκολεύουν την πορεία ανάπτυξης του παιδιού κρίνεται απαραίτητο να
προσφέρεται στο παιδί η όσο το δυνατό καλύτερη βοήθεια και καθοδήγηση για την όσο το
δυνατό καλύτερη αντιμετώπιση των φόβων του.
Πότε θα πρέπει να ανησυχήσετε πραγματικά;
Αν ο φόβος είναι μικρός δεν πρέπει να ανησυχήσετε αλλά αν ο φόβος έχει μετατραπεί σε
τρόμο, «καταπιέζει» την προσωπικότητα του παιδιού και επηρεάζει την λειτουργικότητά του,
τότε θα πρέπει να συμβουλευτείτε κάποιον ειδικό. Ενδείξεις για την αναγκαιότητα αυτή
μπορούν να αποτελέσουν και χαρακτηριστικά όπως: η δυσκολία συγκέντρωσης και προσοχής
στο σπίτι και στο σχολείο, οι αυξομειώσεις όσον αφορά την εμπλοκή του σε διάφορες
δραστηριότητες, οι αλλαγές στις διατροφικές του συνήθειες (αύξηση ή μείωση όρεξης) και στις
συνήθεις του ύπνου τους καθώς επίσης και η παλινδρόμηση σε συμπεριφορές μικρότερων
ηλικιών (π.χ βρέχουν το κρεβάτι τους ενώ έχουν μάθει να χρησιμοποιούν την τουαλέτα,
αρχίζουν να βυζαίνουν το δάκτυλό τους ενώ έχουν σταματήσει αυτή τη συνήθεια εδώ και καιρό)
ή η εμφάνιση διαφόρων ψυχοσωματικών συμπτωμάτων (π.χ πονοκέφαλοι, πόνοι στο στομάχι).
Πώς οι γονείς ή άλλοι σημαντικοί ενήλικες μπορούν να βοηθήσουν τα παιδιά να
αντιμετωπίσουν τους φόβου τους;
Ορισμένοι τρόποι που χρησιμοποιούνται από τους γονείς φέρουν πολλές φορές αντίθετα από
τα επιθυμητά αποτελέσματα. Γι’ αυτό γι’ αυτό το λόγο ΜΗΝ αγνοείτε τους φόβους του
παιδιού ελπίζοντας ότι με την πάροδο του χρόνου θα περάσει, ΜΗΝ διακωμωδείτε τις
φοβικές αντιδράσεις του παιδιού, ΜΗΝ τιμωρείτε το παιδί κάθε φορά που εκδηλώνει φόβο
για κάτι, ΜΗΝ απομακρύνετε το φοβικό ερέθισμα απλά και μόνο για να πάψει να το βλέπει
άρα και να μην το φοβάται και τέλος ΜΗΝ το εξαναγκάζετε βίαια και χωρίς καμία
προετοιμασία να πλησιάσει το φοβικό ερέθισμα , κάτι το οποίο παρατηρείται πάρα πολύ συχνά
να γίνεται από τους γονείς.
Πρακτικές συμβουλές:
 Βοηθήστε το παιδί να αναπτύξει δεξιότητες ή να μάθει τεχνικές με τις οποίες να μπορεί
να αντιμετωπίζει τους φόβους του (π.χ όταν φοβάται το σκοτάδι να έχει ένα φακό δίπλα
του, να ανάβει κάποιο φως, ή να καλεί σε βοήθεια όταν κινδυνεύει).
 Δώστε στο παιδί την ευκαιρία να έρθει σιγά σιγά σε επαφή με το φοβικό αντικείμενο
παρέχοντας συγχρόνως το αίσθημα της ασφάλειας.
 Εξηγείστε και διαβεβαιώστε το παιδί ότι το φοβικό ερέθισμα δεν είναι επικίνδυνο,
επιβεβαιώνοντάς το με πράξεις.
 Αναφερθείτε σε παραδείγματα θαρραλέας αντιμετώπισης του φοβικού αντικειμένου από
κάποιους άλλους, καλύτερα από παιδιά ή ήρωες παιδικών ιστοριών.
 Ελέγξτε τους δικούς σας αδικαιολόγητους φόβους. Φόβοι των παιδιών που συγχρόνως
είναι και φόβοι των γονιών είναι πολύ δύσκολο να ξεπεραστούν.
Ο φόβος έχει πάντα ρεαλιστικό υπόβαθρο ακόμα και όταν εμείς ως απλοί παρατηρητές δεν
μπορούμε να το ανακαλύψουμε και επομένως οι φόβοι του παιδιού μας φαίνονται
παρατραβηγμένοι, εξωπραγματικοί ή εντελώς άσχετοι με τις συνθήκες. Ο πιο ασφαλής τρόπος
αντιμετώπισης είναι να παίρνουμε στα σοβαρά τα συναισθήματα των παιδιών και να τους
δείχνουμε ότι ακόμα και όταν νιώθουν έτσι είναι αγαπητά και αποδεκτά και ότι είμαστε έτοιμοι
να τους συμπαρασταθούμε. Αν αγνοήσουμε ή υποτιμήσουμε το φόβο τους ή ακόμα χειρότερα αν
τα επιπλήξουμε για αυτό τότε απλώς θα τον ενισχύσουμε προκαλώντας την απογοήτευσή τους
αφού δεν τα κατανοήσαμε. Με ένα τέτοιο τρόπο αντιμετώπισης από την πλευρά μας το παιδί
καταλήγει να μην εισπράττει καμία ενθάρρυνση και κατά συνέπεια να πιστέψει ότι δεν υπάρχει
κανένας τρόπος να αντιμετωπίσει το φόβο του.

Δέσπω Χαραλάμπους

Εγγεγραμμένη Σχολική Ψυχολόγος

more: http://lifeandartmagazine.blogspot.com/search/label/%CE%A8%CF%85%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013


Δέσπω Χαραλάμπους
Εγγεγραμμένη Σχολική Ψυχολόγος

ΣΧΟΛΙΚΟΣ ΕΚΦΟΒΙΣΜΟΣ-BULLYING

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού ή bullying, όπως είναι γνωστός ο όρος στη διεθνή βιβλιογραφία, έχει αρχίσει να παίρνει ανησυχητικές διαστάσεις στη σχολική κοινότητα και να τρομάζει τους γονείς. Καθημερινά όλο και περισσότερα παιδιά παραπονιούνται ότι έχουν κατά καιρούς πέσει θύματα κοροϊδίας άλλων παιδιών και εκφράζουν την απόγνωσή τους και τις εμπειρίες τους ως θύματα εκφοβισμού από συμμαθητές, συνομηλίκους τους ή παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας.
Με τον όρο σχολικός εκφοβισμός εννοούμε μια επαναλαμβανόμενη σωματική ή ψυχολογική βία που ασκείται από έναν ή περισσότερους μαθητές σ’ ένα θύμα που δεν μπορεί να αμυνθεί επειδή βρίσκεται σε θέση αδυναμίας ενώ ο επιτιθέμενος δρα με πρόθεση να βλάψει το θύμα.
Οι πιο συχνές μορφές του σχολικού εκφοβισμού που παρατηρούνται ανάμεσα σε παιδιά σχολικής ηλικίας είναι:
α. ο σωματικός εκφοβισμός, ο οποίος συνήθως περιλαμβάνει σπρωξίματα, κλωτσιές, μπουνιές, χαστούκια, κτυπήματα με χρήση «όπλων» (π.χ ρόπαλο, ξύλο), τράβηγμα μαλλιών, καταστροφή ή αρπαγή περιουσίας κ.ά.
«Κάθε μεσημέρι, στο δρόμο για το σπίτι, με περίμενε στη γωνία ή ίδια παρέα για να με κτυπήσει και να μου σκίσει τα ρούχα…»
β. ο λεκτικός εκφοβισμός ο οποίος χαρακτηρίζεται από πειράγματα, απειλές, προσβολές, ειρωνείες, ρατσιστικά σχόλια, συνθήματα σε τοίχους, εξευτελισμούς, χειρονομίες, απειλητικές ματιές).
«Με κορόιδευαν για το ντύσιμο μου… έκαναν σχόλια για τα κιλά μου…
έκαναν ότι μύριζα άσχημα μόλις τους πλησίαζα…»
γ. ο κοινωνικός/ψυχολογικός εκφοβισμός. Συχνά περιλαμβάνει διάδοση φημών, αποκλεισμό από την ομάδα των συνομηλίκων ή την παρέα και το παιχνίδι κλπ)
«Κάθε φορά που τους πλησίαζα είτε για να μιλήσουμε έιτε για να παίξουμε αυτοί απομακρύνονταν…»
δ. ο σεξουαλικός εκφοβισμός
κατά τον οποίον το θύμα εξευτελίζεται, ντρέπεται και αισθάνεται αδύναμο όταν ο θύτης προβαίνει σε ανεπιθύμητα αγγίγματα ή στέλνει προσβλητικά μηνύματα με πονηρό περιεχόμενο χωρίς τη θέληση του παιδιού. Η πρόθεση του θύτη δεν είναι να εμπλέξει ένα άλλο πρόσωπο σε ένα υγιές flirt – η επίθεση έχει πρόθεση να πληγώσει.
«Συνέχεια με στρίμωχνε και προσπαθούσε να με αγγίξει. Παρόλο που εγώ δεν το ήθελα αυτός επέμενε και έλεγε να μην συμπεριφέρομαι σαν μωρό. Στο τέλος δεν ήθελα να πάω σχολείο...»
ε. ο Ηλεκτρονικός εκφοβισμός στον οποίο ο θύτης με τη χρήση Ίντερνετ, email, chat room, και κινητών στέλνει μηνύματα με προσβλητικό και απειλητικό περιεχόμενο, με σκοπό την απειλή και την ταπείνωση του παιδιού).
«Άνοιξαν ξαφνικά την τουαλέτα, μ΄ έβγαλαν φωτογραφία με το κινητό και μετά την έδειχναν στ’ άλλα παιδιά..»
Όταν ένα παιδί γίνεται θύμα σχολικού εκφοβισμού με οποιαδήποτε από τις πιο πάνω μορφές συνήθως αυτό μπορεί να εντοπιστεί από τα ακόλουθα σημάδια:
Το παιδί επιστρέφει στο σπίτι με ανεξήγητες μελανιές ή χτυπήματα για τα οποία δεν μπορεί να δώσει εξηγήσεις που ευσταθούν. Τα ρούχα του μπορεί να είναι σχισμένα ή λερωμένα και τα βιβλία του καταστραμμένα. Μπορεί να ζητά ή να παίρνει κρυφά χρήματα κυρίως με σκοπό να τα δώσει στον θύτη-εκβιαστή του.
Στις περιπτώσεις που ο εκφοβισμός δεν είναι σωματικός τα σημάδια μπορεί να μην είναι τόσο εμφανή. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις παρατηρούνται όμως σημαντικές αλλαγές στη συμπεριφορά του παιδιού. Πιο συγκεκριμένα μπορεί να αρχίσει ξαφνικά να αισθάνεται φόβο και άγχος όταν πλησιάζει η ώρα για το σχολείο. Μπορεί επικαλούμενο διάφορους πόνους να αρνείται ή να μην θέλει να πάει σχολέιο. Στις περιπτώσεις που πειατεί να το κάνει μπορεί να ζητά επίμονα από τους γονείς του να το συνοδεύσουν στο σχολείο. Συχνά αισθάνεται λύπη και ανασφάλεια, μειώνεται η σχολική του επίδοση και παραιτείται από χόμπι και ενδιαφέροντα.
Πολλά παιδιά που γίνονται θύματα σχολικού εκφοβισμού μπορεί να γίνουν τόσο επιθετικά ώστε και τα ίδια να θυματοποιούν άλλα παιδιά ή ακόμα και τα αδέρφια τους στο σπίτι.
Η παρουσία κάποιων από τα πιο πάνω σημάδια θα πρέπει να κινήσει τις υποψίες ότι ίσως το παιδί σας να έχει πέσει θύμα σχολικού εκφοβισμού.
Τι μπορείτε να κάνετε;
Αν το παιδί σας είναι θύμα εκφοβισμού τότε...
 Προσπαθήστε να είστε κοντά του, να του μιλάτε καθημερινά, να το ρωτάτε για το πώς πέρασε στο σχολείο και να συζητάτε μαζί του. Επιβραβεύστε το που σας μίλησε και ενθαρρύνετε το να συνεχίσει να το κάνει.
 Μην αγνοήσετε τα σημάδια εκφοβισμού και μην πείτε «δε βαριέσαι, παιδιά είναι», ή «δεν παθαίνει τίποτα, θα γίνει πιο σκληρός έτσι».
 Τονίστε στο παιδί ότι δε φταίει αυτό για ότι έγινε. Τονώστε του την αυτο-πεποίθηση και διδάξτε το να επαινεί τον εαυτό του καθημερινά. Διδάξτε του να μην απαντά στις κοροϊδίες και να μην δίνει ιδιαίτερη σημασία. Ενθαρρύνετέ το να στέκεται όρθιο με αυτοπεποίθηση και να λέει στο θύτη «πίστευε ότι θέλεις» ή «άποψή σου» και να αγνοεί οποιαδήποτε άλλη κουβέντα.
 Αν το φαινόμενο συνεχίζεται, ενθαρρύνετέ το να κοιτάξει το άλλο παιδί στα μάτια και να του πει καθαρά και σταθερά ΣΤΑΜΑΤΑ ή ΠΑΡΑΤΑ ΜΕ ΗΣΥΧΟ και να φύγει.
 Αν το παιδί σας φοβάται ότι θα το κτυπήσουν, συμβουλεύστε το να είναι πάντα με κάποιο φίλο, είτε μέσα είτε έξω από το σχολείο. Αν το εκφοβίζει ολόκληρη παρέα τότε ενθαρρύνετέ το να πιάσει το πιο αδύναμο μέλος της και να του πει ότι αυτό δεν είναι σωστό και δεν θα του άρεσε να του φέρονταν εκείνου έτσι. Αν το παιδί επίμονα αρνείται να πάει σχολείο, επειδή φοβάται, μην το απειλήσετε. Προσπαθήστε να το ακούσετε και να συζητήσετε μαζί του τις επιλογές που έχει για να αντιμετωπίσει την κατάσταση.
 Ενισχύστε την ικανότητα του παιδιού σας να δοκιμάζει και να χειρίζεται από μόνο του καινούργιες καταστάσεις. Ενθαρρύνετε το να κάνει νέες φιλίες εντός και εκτός του σχολείου μέσω της απασχόλησής του σε ομαδικές δραστηριότητες (π.χ αθλητισμό, προσκοπισμό, καλλιτεχνικά κλπ.) κατά τα απογεύματα.
 Μεταδώστε στο παιδί σας λεκτικά αλλά και έμπρακτα το μήνυμα ότι έχει δικαιώματα και είναι σημαντικό να τα διεκδικεί. Τονίστε ιδιαίτερα το δικαίωμά του να του φέρονται με σεβασμό, να έχει άποψη και να αρνείται αυτό που του ζητούν οι άλλοι αν δεν συμφωνεί, χωρίς να νιώθει ενοχές.
 Αν παρόλα αυτά συνεχίζονται να εμφανίζονται σημάδια εκφοβισμού επικοινωνήστε με το δάσκαλο του σχολείου και αναφερθείτε στα συγκεκριμένα περιστατικά. Ανάλογα με το αν θα υπάρξει αλλαγή, μιλήστε στο διευθυντή ή τις αρμόδιες υπηρεσίες.
 Αν το παιδί χρειαστεί, ζητήστε ψυχολογική στήριξη από κατάλληλο επαγγελματία (σχολικό/εκπαιδευτικό ή κλινικό ψυχολόγο)
Σε περίπτωση όμως που είστε οι γονείς του παιδιού που εκφοβίζει άλλα παιδιά στο χώρο του σχολείου τότε…
 Σταματήστε το αμέσως και εξηγείστε του ότι η συμπεριφορά του δεν είναι αποδεκτή και ότι ο αντίκτυπος στα άλλα παιδιά είναι πολύ βαρύς. Βοηθήστε το να δει μια τέτοια κατάσταση από τη σκοπιά του θύματος.
 Διδάξετε στο παιδί σας τρόπους συμπεριφοράς για επίλυση συγκρούσεων που δεν περιλαμβάνουν βία. Επίσης διδάξτε του πώς να ζητά αυτό που θέλει με ευγενικό τρόπο
 Μη χτυπάτε το παιδί σας ως τιμωρία για την επιθετική του συμπεριφορά. Του διδάσκετε ακριβώς αυτό που θέλετε να σταματήσει: τη βία. Προτιμήστε την αφαίρεση προνομίων ως τιμωρία.
 Γίνεται θετικά πρότυπα στο σπίτι: «το παιδί σας παρακολουθεί».
 Επικοινωνήστε με το σχολείο και συζητείστε με το δάσκαλο για την αντιμετώπιση της επιθετικής συμπεριφοράς του παιδιού σας
 Επαινείτε και ενισχύετε το παιδί σας κάθε φορά που επιδεικνύει συνεργατικές και φιλικές συμπεριφορές προς άλλα παιδιά
 Ελέγχετε συχνά το παιδί σας για να βεβαιωθείτε ότι δεν έχει επιστρέψει σε επιθετικές συμπεριφορές
 Αποφύγετε την αγορά παιχνιδιών βίας και την παρακολούθηση σκηνών βίας από την τηλεόραση.
Είναι αναντίρρητα λοιπόν πολύ σημαντικό να βοηθήσουμε τα παιδιά να κατανοήσουν ότι «η βία με οποιαδήποτε μορφή της δεν είναι μαγκιά» και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να λύσει τις διαφορές που ίσως έχουν μεταξύ τους στο σχολικό και εξωσχολικό περιβάλλον. Όσο για τα παιδιά θύματα έχουν την ανάγκη να ακούσουν ότι «Δεν είναι μόνα! Πολλά παιδιά πέφτουν θύματα εκφοβισμού από τους συμμαθητές τους. Δεν είναι ντροπή ούτε αδυναμία να ζητήσουν βοήθεια».
Δέσπω Χαραλάμπους
Εγγεγραμμένη Σχολική Ψυχολόγος

Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013


Δέσπω Χαραλάμπους
Εγγεγραμμένη Σχολική Ψυχολόγος

Μεγαλώνοντας Ευτυχισμένα παιδιά...

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το να μεγαλώνεις ένα παιδί αποτελεί μια μεγάλη πρόκληση. Πρόκειται για μια δυνατή εμπειρία ζωής, τόσο μοναδική όσο το χαμόγελο ενός ευτυχισμένου παιδιού. Αυτό που όλοι οι γονείς επιθυμούν είναι το παιδί τους να είναι ευτυχισμένο και να χαμογελά. Πως μπορούμε όμως να το πετύχουμε αυτό; Τι πραγματικά εννοούμε με τον όρο ευτυχία και πως μπορούμε να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να βρουν την πραγματική ευτυχία;
Η ευτυχία δεν είναι κάτι που μπορείς να δώσεις σ’ ένα παιδί σαν να ήταν ένα δώρο σε περιτύλιγμα ούτε ένα δώρο που προσφερεται κατά το δοκούν. Ευτυχία δεν σημαίνει να προσφέρουμε τα πάντα στα παιδιά – είτε με την έννοια της πληθώρας των παιχνιδιών και των υλικών αγαθών είτε με την έννοια της υπερπροτασίας από τα διάφορα προβλήματα ή γεγονότα που μπορούν να διαταράξουν την άνεση και το βόλεμά τους. Αυτό που είναι σημαντικό να θυμόμαστε είναι πως δεν χρειάζεται να παρεμβαίνουμε συνεχώς για να διορθώσουμε τα πράγματα στη ζωή τους ή για να τα βοηθούμε συνέχεια όταν αντιμετωπίζουν μικροπροβλήματα για να μην στεναχωρηθούν. Τα παιδιά πρέπει να μάθουν να ανέχονται κάποιο βαθμό στεναχώριας. Η ικανότητα τους να μάθουν να λύνουν μόνα τους τα προβλήματά τους θα τα κάνει ακόμα πιο χαρούμενα. Θα τα μάθει να νιώθουν ανεξάρτητα και να αναπτύξουν την αυτοπεποίθησή τους. Όταν δίνουμε στα παιδιά το περιθώριο να αποκτήσουν ένα ευρύ φάσμα εμπειριών, ακόμη και δύσκολες ή απογοητευτικές, αυτό τα βοηθάει να αποκτήσουν ένα απόθεμα εσωτερικής-ψυχικής δύναμης που οδηγεί στο δρόμο της ευτυχίας.
Ο κάθε γονιός λοιπόν μπορεί με υπομονή και ελαστικότητα να βάλει τα θεμέλια εκείνα τα οποία θα προσφέρουν στο κάθε παιδί ξεχωριστά μια ευτυχισμένη ζωή.
Πότε το παιδί μας είναι ευτυχισμένο ή δυστυχισμένο;
Τα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία στέλνουν διάφορα μηνύματα σχετικά με το πότε είναι χαρούμενα και πότε λυπημένα. Όσο πιο μικρό είναι ένα παιδί, τόσο πιο εύκολο είναι να καταλάβουμε πότε είναι χαρούμενο και πότε όχι. Το ευτυχισμένο παιδί χαμογελά, παίζει, δείχνει περιέργεια, ενδιαφέρον και θέληση να συναστραφεί με τ’ άλλα παιδιά. Το πρόσωπό του και τα μάτια του λάμπουν. Απ’ την άλλη μεριά ένα λυπημένο παιδί είναι αποτραβηγμένο, δεν παίζει, δεν γελάει, δεν μιλάει πολύ, δεν δείχνει ενδιαφέρον για όσα επισυμβαίνουν γύρω του, δεν δείχνει περιέργεια και δεν συναναστρέφεται μ’ άλλα παιδιά. Χρειάζεται παρακίνηση και πάρα πολύ ενθάρρυνση για να κάνει πράγματα.
Τι κάνει τα παιδιά πραγματικά ευτυχισμένα;
 ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ: ΕΓΩ & ΕΣΥ
Παρόλο που πολλοί πιστεύουν πως αυτό που κάνει τα παιδιά ευτυχισμένα είναι το ατέλειωτο παιχνίδι και τα γλυκά μετά από το φαγητό, ωστόσο αυτό που στην πραγματικότητα κάνει τα παιδιά μας να ξεχειλίζουν από χαρά και ευτυχία είναι κάτι πολύ απλό και λέγεται ΕΜΕΙΣ. Αυτό που τα κάνει ευτυχισμένα είναι η παρουσία μας στη ζωή τους, η χαρούμενη παρουσία μας. «Αν παίζοντας μαζί τους μας κάνει χαρούμενους τότε είναι και εκείνα χαρούμενα». Αν καταφέρουμε να δημιουργήσουμε ένα δεσμό με τα παιδιά μας τότε έχουμε κάνει το μεγαλύτερο όλων των βημάτων που χρειάζονται για να γίνουν ευτυχισμένα». Άλλωστε οι δικές μας πιο ευτυχισμένες
στιγμές δεν είναι αυτές κατά τις οποίες κάναμε κάτι με του δικούς μας γονείς, είτε αυτό ήταν κάποιο παιχνίδι ή κάποια άλλη δραστηριότητα στην οποία περναγαν και αυτοί και εμείς καλά;
Το παιχνίδι όμως εκτός από το ότι δίνει χαρά είναι ταυτόχρονα και ο τρόπος για να αποκτήσει το παιδί τις δεξιότητες εκείνες που του είναι απαραίτητες για τη μελλοντική ευτυχία του. Παιχνίδι δεν σημαίνει απαραίτητα μαθήματα μουσικής, αθλητικές δραστηριότητες ή παιχνίδια που παίζονται με συγκεκριμένο τρόπο. Παιχνίδι είναι όταν το παιδί εφευρίσκει, δημιουργεί και ονειρεύεται. Το ελεύθερο, δημιουργικό παιχνίδι βοηθάει το παιδί να ανακαλύψει αυτό που το ευχαριστεί και αυτό που αναζητάει. Παίζοντας τα παιδιά μαθαίνουν βασικά πράγματα για την ζωή τους, αναπτύσσουν τα ταλέντα τους αλλά και την ιδιοσυγκρασία τους. Γίνονται καλύτερα σε αυτά που τους αρέσουν και όσο καλύτερα γίνονται, αμφίδρομα, τόσο πιο ευτυχισμένα νιώθουν.
 «Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΧΑΡΑ... ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΠΡΟΣ ΜΙΜΗΣΗ»
Πολλές είναι οι έρευνες οι οποίες υποστηρίζουν ότι μπορούμε να μεταδώσουμε την ιδιοσυγκρασία μας στα παιδιά μας όχι κατ’ ανάγκη μέσα απ’ τα γονίδια αλλά μέσα απ’ τη συμπεριφορά μας και το μοντέλο ανατροφής που ακολουθούμε. Τα παιδιά αντιγράφουν τις διαθέσεις και τα συναισθηματικά μας πρότυπα. Όταν χαμογελούμε χαμογελάνε και αυτά και ο εγκέφαλός τους «προγραμματίζεται» για χαμόγελο.
Προσοχή! Τα παιδιά μπορούν να διαισθανθούν και να ξεχωρίσουν το γνήσιο και το προσποιητό χαμόγελο γι’ αυτό πρέπει να είμαστε αληθινοί. Αν βάλουμε εμείς ως προσωπικό μας στόχο να βρίσκουμε ευχαρίστηση σε μικροπράγματα και να εκφράζουμε με λόγια την ευγνωμοσύνη μας για ό,τι μας ευχαριστεί, τότε θα γίνουμε ένα θετικό πρότυπο για το παιδί μας. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να κρύβουμε τα αρνητικά μας συναισθήματα. Μπορούμε να δείχνουμε στα παιδιά μας π.χ. τη λύπη μας που χάσαμε κάτι πολύτιμο για μας ενώ την ίδια στιγμή μπορούμε να εκφράσουμε και την πρόθεσή μας να το αντικαταστήσουμε με κάτι άλλο, δίνοντάς τους το μήνυμα ότι η λύπη είναι μέρος της ζωής και πως πάντα έχουμε τη δυνατότητα να βρίσκουμε λύσεις στα προβλήματά μας.
 ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ
Ένα βασικό κλειδί στο να καταφέρουμε να κάνουμε τα παιδιά μας πιο χαρούμενα είναι να τα κάνουμε να νιώθουν πιο αισιόδοξα. Επειδή καθώς το παιδί μεγαλώνει, δε μπορούμε να είμαστε κάθε στιγμή δίπλα του για να το προστατεύουμε από προβλήματα και στεναχώριες, είναι σημαντικό από μικρή ηλικία να το μάθουμε να βλέπει από μόνο του τη ζωή με θετικό μάτι. Γιατί μ’ αυτόν τον τρόπο καταφέρνει να ξεπερνά τα προβλήματα πιο εύκολα και γρήγορα.
Ακόμη, όσο τυπικό κι αν ακούγεται, το να επιβεβαιώνουμε στο παιδί μας τη θετική και αισιόδοξη πλευρά την ζωής με φράσεις όπως «όλα θα πάνε καλά», «όλα θα γίνουν», «θα βρούμε μία λύση» κ.λ.π. του δημιουργούμε υποσυνείδητα μία ασφάλεια που θα το ακολουθεί σ’ όλη του τη ζωή. Μ’ αυτόν τον τρόπο το μαθαίνουμε να μην φοβάται τα λάθη του αλλά να τα βλέπει σαν μια ευκαιρία για να μάθει και να προσπαθήσει να γίνει καλύτερο. Την ίδια στιγμή του μεταδίδουμε το μήνυμα ότι η ζωή, μπορεί να έχει δυσκολίες, αλλά είναι τόσο όμορφη.
Άλλωστε αυτό είναι κάτι που εμείς το γνωρίζουμε και το νιώθουμε ήδη κρατώντας το στην αγκαλιά μας. Είναι σημαντικό να του δώσουμε και εκείνου την ευκαιρία για να νιώσει το ίδιο.Να το κάνουμε χαρούμενο.
Ας το κάνουμε λοιπόν να νιώσει ότι είναι επιθυμητό κάθε φορά που περνάει το κατώφλι του σπιτιού του! Ένα ζεστό χαμόγελο, ένα βλέμμα γεμάτο αγάπη και τρυφερότητα είναι τόσο σπουδαίο και μεγάλο, μεγαλύτερο ακόμη και από το άκουσμα της λέξης “σ’ αγαπώ”.