Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα και Αποσπάσματα Βιβλίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα και Αποσπάσματα Βιβλίων. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2019

Μελομακάρονα και Κουραμπιέδες - Η ιστορία τους.



Μελομακάρονα

Η λέξη αποτελεί συνδυασμό των λέξεων μέλι και μακαρόνι! Το «μακαρόνι» προέρχεται από την ελληνική λέξη «μακαρωνία», ήτοι ένα πιάτο που σερβιρόταν τους Μεσαιωνικούς χρόνους σε νεκρώσιμο δείπνο (μετά από κηδεία) στη διάρκεια του οποίου προσέφεραν τη «μακαρία». Η μακαρία ήταν ψυχόπιτα (είδος πίτας) ένα κομμάτι άρτου που είχε το σχήμα ενός μελομακάρονου! Στα νεότερα χρόνια σε ένα αντίστοιχο γλύκισμα προστέθηκε το αγαπημένο μας μέλι και έτσι φθάσαμε στο γνωστό μας μελομακάρονο (=μελο+μακαρόνι). Καθιερώθηκε ως χριστουγεννιάτικο γλυκό, καθόσον το μέλι μας θεωρείται από τα πολύ παλιά χρόνια ως σύμβολο ευζωίας και δημιουργίας.





Κουραμπιέδες

Η λέξη προέρχεται από την τούρκικη λέξη kurabiye (=κουραμπιές) η οποία μπορεί ετυμολογικά να αναφέρεται στο ξηρό μπισκότο και βούτημα, έχει όμως αραβικές ρίζες. Στο ξερό μπισκότο προστέθηκαν μετέπειτα τα αμύγδαλα και η άχνη και έτσι καταλήξαμε στο γνωστό και αξιολάτρευτο κουραμπιέ μας, που τον τοποθετούμε σε απανωτές κατάλευκες στρώσεις τον ένα δίπλα στον άλλο!

Η ρίζα του κουραμπιέ αναζητείται στην Περσία, από όπου και το γλύκισμα ταξίδεψε σε ολόκληρη την ανατολή, τα Βαλκάνια και φυσικά τη χώρα μας.

Αναλύοντας περισσότερο τη λέξη kurabiye θα πρέπει να αναζητήσουμε τις ρίζες της στις λέξεις kuru που σημαίνει στεγνός, ξερός και biye που είναι δάνειο από τα λατινικά για τη λέξη biscuit-μπισκότο. Το biscuit τώρα είναι η τεχνική του διπλοφουρνίσματος, αυτό που οι αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν δίπυρον και αφορούσε την τεχνική αρτοποίησης που αφαιρούσε με το ψήσιμο την υγρασία από τα σκευάσματα ώστε να «αντέχουν» περισσότερο στο χρόνο.

Η τεχνική του μπισκότου, η ίδια ακριβώς που χρησιμοποιείται για τον κουραμπιέ αποτελεί ένα είδος μπισκότων που στα αγγλικά αποκαλούμε shortbread. Ποια όμως γλυκά κατατάσσονται σε αυτή την κατηγορία; Πρόκειται για μια τεχνική στην οποία τα βασικά συστατικά απαντούν στην παρακάτω εξίσωση. Ένα μέρος ζάχαρη, δύο μέρη βούτυρο και τρία μέρη αλεύρι. Η ανατολίτικη καταγωγή του κουραμπιέ βέβαια ζητά αιγοπρόβειο βούτυρο και αμύγδαλα κάτι που τα κάνουν ιδιαίτερα ξεχωριστά σε σχέση με τα ευρωπαϊκά μπισκοτάκια του είδους.

H πιθανότερη εκδοχή της «άφιξης» του κουραμπιέ στην Ελλάδα, όπως και πολλών άλλων συνταγών είναι να έφτασαν στη χώρα με τις αποσκευές των προσφύγων από τη Μικρά Ασία και πιο συγκεκριμένα από τη Σμύρνη.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2019

Η ιστορία του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου.



Η χρήση αειθαλούς δέντρου, στεφανιού και γιρλάντας ως συμβόλων της αιώνιας ζωής, αποτελούσε έθιμο των αρχαίων Αιγυπτίων, των Κινέζων και των Εβραίων. Η λατρεία των δέντρων, που ήταν συνηθισμένο φαινόμενο ανάμεσα στους ειδωλολάτρες Ευρωπαίους, επιβίωσε και μετά τον εκχριστιανισμό τους σε διάφορα έθιμα.

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο των νεώτερων χρόνων προέρχεται από την Γερμανία. Σ’ ένα λαϊκό μεσαιωνικό δράμα για τον Αδάμ και την Εύα το κυριότερο εξάρτημα τού σκηνικού ήταν ένα έλατο διακοσμημένο με μήλα, το οποίο συμβόλιζε τον Κήπο τής Εδέμ.

Οι Γερμανοί έστηναν δέντρο του Παραδείσου μέσα στα σπίτια τους στις 24 Δεκεμβρίου, θρησκευτική γιορτή του Αδάμ και της Εύας. Αρχικά κρεμούσαν πάνω του λεπτά μπισκότα (συμβόλιζαν την όστια, το χριστιανικό σύμβολο τής σωτηρίας), τα οποία αντικαταστάθηκαν αργότερα από μπισκότα σε διάφορα σχήματα. Στην διακόσμηση προσέθεταν συχνά και κεριά, τα οποία συμβόλιζαν τον Χριστό.

Στο ίδιο δωμάτιο υπήρχε κατά την περίοδο των Χριστουγέννων και η πυραμίδα των Χριστουγέννων, μια τριγωνική ξύλινη κατασκευή με ράφια, πάνω στην οποία τοποθετούσαν χριστουγεννιάτικα ειδώλια, κλαδιά, κεριά και ένα αστέρι. Τον 16ο αιώνα είχε ήδη συντελεστεί η συγχώνευση της πυραμίδας των Χριστουγέννων και του δέντρου του Παραδείσου, από την οποία προήλθε το δέντρο των Χριστουγέννων.


Μέχρι τον 18ο αιώνα το έθιμο τού χριστουγεννιάτικου δέντρου είχε διαδοθεί ευρέως στον χώρο των Γερμανών Προτεσταντών, αλλά η παράδοση αυτή απέκτησε βαθιές ρίζες στην Γερμανία μόνο τον επόμενο αιώνα. Στην Αγγλία εισήχθη στις αρχές τού 19ου αιώνα και έγινε ευρύτερα γνωστό στα μέσα της ίδιας εκατονταετίας, χάρη στις προσπάθειες του Γερμανού πρίγκιπα Αλβέρτου, συζύγου τής βασίλισσας Βικτωρίας. Στο βικτωριανό δέντρο κρεμούσαν με κορδέλες και χάρτινες αλυσίδες διάφορα κεριά, γλυκά και εντυπωσιακά κέικ.

Στην Βόρεια Αμερική τα χριστουγεννιάτικα δέντρα εισήχθησαν από τους Γερμανούς αποίκους στις αρχές τού 17ου αιώνα και έγιναν ιδιαίτερα δημοφιλή τον 19ο αιώνα. Εξίσου δημοφιλή ήταν στην Αυστρία, την Ελβετία, την Πολωνία και την Ολλανδία. Κατά τον 19ο και τον 20ό αιώνα οι Αμερικανοί ιεραπόστολοι εισήγαγαν τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στην Κίνα και την Ιαπωνία, όπου επικράτησε η διακόσμησή τους με περίπλοκα σχέδια από χαρτί.

Στις 22 Δεκεμβρίου 1882, ο Τόμας Έντισον ηλεκτροφώτισε το πρώτο χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Νέα Υόρκη, αντικαθιστώντας τα κεριά με ηλεκτρικούς λαμπτήρες, που ο ίδιος είχε ανακαλύψει.
Το χριστουγεννιάτικο δέντρο στην Ελλάδα


Το έθιμο του χριστουγεννιάτικου δέντρου εισήχθη στην Ελλάδα επί Βαυαροκρατίας, όταν τα Χριστούγεννα του 1834 στολίστηκε με δέντρο η κατοικία του Όθωνα στο Ναύπλιο και συνεχίστηκε τα επόμενα χρόνια στο παλάτι των Αθηνών. Στις 24 Δεκεμβρίου 1843 στήθηκε για πρώτη φορά χριστουγεννιάτικο δέντρο σε ελληνικό σπίτι και συγκεκριμένα στο αρχοντικό του Ναξιώτη Ιωάννη Παπαρρηγόπουλου, γενικού Προξένου της Ρωσίας στην Αθήνα.

Το έθιμο, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Ευρώπη, άργησε να εξαπλωθεί στην χώρα μας. Μόλις την δεκαετία του τριάντα κάποια αστικά σπίτια άρχισαν να στολίζουν χριστουγεννιάτικο δέντρο, ενώ μεταπολεμικά το έθιμο διαδόθηκε ταχύτατα τόσο στις πόλεις όσο και στην ύπαιθρο χώρα. Μια προσπάθεια να αντιακατασταθεί το χριστουγεννιάτικο δέντρο με το ελληνοπρεπέστατο καραβάκι στα μέσα της δεκαετίας του εβδομήντα δεν ευοδώθηκε.

Ο μαγικός αυλός...η πραγματική ιστορία πίσω από το παραμύθι.


Το 1264 ένας αυλητής προσφέρθηκε να βοηθήσει τους κατοίκους του Χάμελν να απαλλαγούν από τους αρουραίους που αλώνιζαν στην πόλη προκαλώντας ζημιές και γεννώντας φόβους για πιθανές επιδημίες. Οι κάτοικοι υποσχέθηκαν να πληρώσουν τον αυλητή για τις υπηρεσίες του, όμως όταν η δουλειά τους έγινε, τον έδιωξαν κακήν κακώς και αρνήθηκαν να εκπληρώσουν το χρέος τους. Τότε εκείνος μάζεψε τα παιδιά της περιοχής και τα έπεισε να τον ακολουθήσουν. Φυσικά, τα παιδιά δεν τα ξαναείδε κανείς. Η εξήγηση που δόθηκε με καθυστέρηση στο ατυχές αυτό επεισόδιο είναι πως ο αυλητής έπεισε τα παιδιά να πάρουν μέρος στη «σταυροφορία των παιδιών» για την κατάκτηση των Αγίων Τόπων. Τα παρέσυρε σε κάποια ακτή της ευρωπαϊκής Μεσογείου όπου περίμεναν να «ανοίξει η θάλασσα για να περάσουν» σύμφωνα με το παράδειγμα της Βίβλου. Τα περισσότερα πέθαναν από την πείνα και τις κακουχίες.

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ.


             
       Ο Κώστας Ευαγγελάτος έχει εκδώσει μέχρι σήμερα 15 ποιητικές συλλογές εκ των οποίων μία στην αγγλική γλώσσα και μία στην γαλλική. Οι τέσσερεις πλέον πρόσφατες συλλογές: Πολύσμιγος Αίνος, Σφουμάτο και ξίφος, Offrandes séculaires και Ερμητικές λαμπίδες, ορίζουν την γραμμή της πορείας του μέσα στον χρόνο από την νεότητα στην ωριμότητά του. Η Μούσα του είναι η όμορφη Ελληνίδα θεά που καθοδηγεί την σκέψη του μέσα από τον φιλοσοφικό στοχασμό στη διαμόρφωση των ιδεών και του λόγου. Γράφει στο ποίημά του «Είδες και άκουσες και είδες…» από την συλλογή Η Ελεγεία των Εκβατάνων, σελ. 11.

Είδες κι άκουσες και είπες
απόψεις περί Ποίησης και Τέχνης
χειροκροτήματα ψευδή κι άγονες φόρμες.
Αβεβαιότητες ψυχών
με στίγματα μολύβδου.

 Θέματά του αγαπημένα ο θεός έρωτας αυτός ο ζαβολιάρης θεός που άλλοτε μας φτιάχνει την διάθεση και άλλοτε μας οδηγεί σε σκοτεινές ψυχικές καταστάσεις.
Παραθέτω πάλι από την Η Ελεγεία των Εκβατάνων σελ. 49.

Άφαντα πρόσωπα ληφθέντων ονομάτων.
Άγνωστες γλώσσες και σφοδρές επιθυμίες.
Λαθρεπιβάτες στο ταξίδι του ονείρου
βαραίνουν την αυλαία του απείρου
που ανελέητα φωτίζεται και σβήνει.

 Στο ταξίδι τής μέχρι σήμερα ζωής του, ο Κώστας Ευαγγελάτος πέρασε από μεγάλες ιστορικές πόλεις της Ευρώπης και της Αμερικής που διαμόρφωσαν με τα στοιχεία που του προσέφεραν την προσωπικότητά του. Η εμπειρία του τον ωριμάζει. Ο παράδεισός του όμως, βρίσκεται εκεί όπου μπορεί να κατανικήσει το βάρος της καθημερινότητας, μέσα στους χώρους ενός μουσείου και μπροστά στο πλήθος των θησαυρών του. Σε αυτόν τον μαγικό χώρο ανατρέχει όταν βρίσκεται μπροστά στους πίνακες του Λεονάρντο ή της Αρτεμίσιας.  Γράφει  τα ποιήματά του από την πόλη του Φωτός, ποιήματα που  εκφράζουν την συγκίνηση του ποιητή – ζωγράφου του 21ου αιώνα μπροστά σε έργα τέχνης που σημάδεψαν όλες τις εποχές. Εκείνη την στιγμή ο Ευαγγελάτος είναι ο θεατής και μας μεταφέρει «Στιγμές της πανανθρώπινης χαράς /Κινήσεις της ελπίδας που γελά» (Σφουμάτο και ξίφος, σελ.9)  ή την συγκίνησή του και τον σεβασμό του στον «Δάσκαλο» στον οποίον απευθύνεται χρησιμοποιώντας το β΄ ενικό πρόσωπο της οικειότητας, όταν του εκφράζει τα συναισθήματά του. Είναι χαρακτηριστικό το ποίημά του από την Συλλογή του Σφουμάτο και ξίφος, σελ.14.              
            
            Leonardo δάκρυσα για Σε
            Στη grade galleria
Λευκά φορώντας και βραχιόλια
Σαν χορευτής της Οpera
Στο σκηνικό της πόλης.
Δάκρυσα απ’την αγνότητα τη τέχνης σου
που αναβλύζει από πηγάδι κόπων
            ποτίζοντας τις ατραπούς της γνώσης.
Δάκρυσα απ’ το σφουμάτο της ψυχής σου
με την οδυνηρή χαρά του νου
και των αισθήσεων τη λάμψη.

           Αυτές τις στιγμές που συνομιλεί με τον Da Vinci ή με την Artemisia Gentileschi, ο Έλληνας Ευαγγελάτος μετατρέπεται σε «homo universalis».
Ο Πολύσμιγος Αίνος η συλλογή με την πολύσημη διάσταση, περιλαμβάνει διαφορετικές  οπτικές  αντίθετες μεταξύ τους, που συνθέτουν το πορτραίτο του δημιουργού. Ας μην ξεχνάμε ότι η δύναμη της τέχνης ενώνει αυτές τις αντιθέσεις και συμφιλιώνει τον άνθρωπο. Στο εργαστήριό του χωρούν όλα :  χαρτιά και μολύβια, πινέλα και καμβάδες και πολλά, μα πολλά χρώματα. Δύο τετράστιχά του από την συλλογή Η Ελεγεία των Εκβατάνων, σ.σ. 56 και 58  είναι χαρακτηριστικά.

Σμίλη χρωμάτων
στην ακμή του νου
ανάγλυφα σμιλεύει
συνευρέσεις με την Τέχνη.
---
Αυστηρή μούσα
αλιεύει ναρκίσσους
απολιθώνει όνειρα
συνθέτει σήματα φωτός

           Σε αυτόν τον προσωπικό του χώρο  χωράει επίσης η μουσικότητα των λέξεών του : φωνήεντα και σύμφωνα, ήχοι ψυχικής γαλήνης ή αναταραχής στην ελληνική και στην γαλλική γλώσσα. Μέσα σε αυτόν τον χώρο οι ιδέες, οι λέξεις, οι εικόνες και τα σχέδια παίρνουν την μορφή που ο ίδιος τούς δίνει είτε με την πένα, είτε με το πινέλο του. Όλα τα στοιχεία της τέχνης του συλλειτουργούν και αλληλοεπιδρούν. Αυτές οι μέχρι σήμερα συλλογές του είναι οι «πολύσμιγοι αίνοι» του Κώστα Ευαγγελάτου που δηλώνουν όχι μόνο την επτανησιακή του καταγωγή, αλλά και τα βιώματά του! Θα ήθελα να τελειώσω διαβάζοντας δύο στροφές από ένα ποίημά του στην γαλλική γλώσσα από την συλλογή του Οffrandes séculaires (Αιώνιες προσφορές) , και την δίστιχη Conclusion της  ίδιας γαλλικής συλλογής Offrandes séculaires (σ.σ. 30 και 78) .

Τώρα που έγινα είκοσι χρονών
κατάλαβα γιατί ο Πλάτων
όταν γνώρισε τον Σωκράτη
έκαψε τα ποιήματά του.
Εγώ απουσία Σωκράτους τα εκδίδω
για να τα κάψετε Εσείς.
Και
Όταν οι δυνάμεις του σύμπαντος συνωμοτούν
τα ποιήματα παραμένουν σιωπηλά.

Δρ. Φιλοσοφίας Σοφία Μωραίτη

Τετάρτη 30 Μαΐου 2018

Το φωτογραφικό «ΤΡΙΤΟ ΜΑΤΙ» του LEO MATIZ.


 Όταν το 1995 πρωτοείδα τις φωτογραφίες του Leo Matiz στο Hilton Athens αισθάνθηκα αμέσως αυτή τη δυνατή συγκίνηση, που σου μεταδίδει η αληθινή τέχνη. Όταν τον γνώρισα και συζήτησα μαζί του στην επίσκεψη του στο χώρο τέχνης του Art Studio EST, που ευγενικά μου πρόσφερε τα λευκώματα του για να τα παρουσιάσω στο περιοδικό OPTICON, με το οποίο συνεργαζόμουν, διαπίστωσα για μια ακόμη φορά ότι η απλότητα, που βασίζεται στην συγκροτημένη αυτοπεποίθηση, και η συνολική εποπτική και σφαιρική γνώση προσέγγισης του αισθητικού αντικειμένου χαρακτηρίζει κάθε αυθεντική και σημαντική προσωπικότητα της τέχνης. Ο ίδιος ανέφερε: Ήθελα να γίνω συγγραφέας ή ζωγράφος αλλά έγινα φωτογράφος. Η φωτογραφία είναι ένα επάγγελμα όταν γίνεται από κάποιον τεχνίτη. Αλλά γίνεται τέχνη στα χέρια ενός καλλιτέχνη. Επειδή ακριβώς ήταν από φύση και συνείδηση καλλιτέχνης, οι φωτογραφίες του, κάθε είδους από το 1937 που ξεκίνησε να φωτογραφίζει συστηματικά, έχουν τη σφραγίδα του προσωπικού του εκφραστικού στυλ.
O Leo Matiz γεννήθηκε στην Αρακατάκα της Κολομβίας το 1917. Από το 1933 άρχισε να δημοσιεύει τις καρικατούρες του και το 1937 αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Μποκοτά. Το 1940 φεύγει για το Μεξικό, όπου δουλεύει για τον κινηματογράφο και συμμετέχει σε εικαστικές εκθέσεις. Εκεί συναντά τον μεγάλο ποιητή Pablo Neruda και τον διάσημο διευθυντή φωτογραφίας Gabriel Figeueroa. Το 1946 συνεργάζεται με το Reader’s Digest και μετά με το Life, το Norte και άλλα γνωστά περιοδικά της Αμερικής. Τον Απρίλιο του 1948 πληγώνεται κατά την διάρκεια δολοφονικής απόπειρας εναντίον του πολιτικού ηγέτη Gaitanκαι μια ώρα αργότερα γνωρίζει το νεαρό τότε Φιντέλ Κάστρο. Είναι η χρονιά που το όνομά του ακούγεται παντού. Τα Ηνωμένα Έθνη του εμπιστεύονται τη θέση του επίσημου φωτογράφου στην Παλαιστίνη και τη Μέση Ανατολή.
Το 1952 ιδρύει στην Κολομβία την πρώτη γκαλερί τέχνης με συνεργάτες τους διάσημους εικαστικούς δασκάλους και φίλους του Jose Clemente Orozco, Diego Rivera και Frida Kahlo. Το 1952 διοργανώνει την πρώτη έκθεση του Fernando Botero. Από το 1958 μέχρι το 1985 ταξιδεύει, φωτογραφίζει και εκθέτει σ’ όλες τις χώρες της Λατινικής Αμερικής. Το 1988 το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Μποκοτά διοργάνωσε αναδρομική έκθεση του έργου του. Οι εκθέσεις έργων του στο Μιλάνο 1992, στην Ελβετία 1993, στη Νέα Υόρκη και τη Ρώμη 1994, στο Παρίσι, το Μιλάνο, τη Νέα Υόρκη, το Μπιαρίτς, τη Χάβρη και την Αθήνα το 1995, με την υποστήριξη της Εθνικής Ομοσπονδίας Καφεπαραγωγών της Κολομβίας, σφράγισε τη διεθνή αναγνώριση του. Από τότε και μέχρι το θάνατο του το 1998 πολλές επίσημες διακρίσεις και βραβεία καταξίωσαν τον Matiz, που θεωρείται πλέον ο Εθνικός φωτογράφος της Κολομβίας.
Ας δούμε όμως τις κυριότερες φάσεις του φωτογραφικού έργου του Leo Matiz , που διέσχισε τις Ηπείρους και τη ζωή με την ατίθαση περιέργεια και ζωντάνια των ανθρώπων του μυθικού Μακόντο, που περιγράφει στα «Εκατό Χρόνια Μοναξιάς» ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες.
Από τους πρώτους φωτογράφους με έντονο κοινωνικό προβληματισμό  o Matiz κοίταξε με το φακό του τους λασπωμένους δρόμους της Κολομβίας και πέτυχε να εστιάσει με ισχυρό ρεαλισμό στη ζωή και τη γεωγραφία των μιγάδων. Στις φωτογραφίες του δεσπόζει η απλή αλήθεια της πατρίδας του, οι ψαράδες στις ακτές της Καραιβικής, η ηρωική πόλη Καρθαγένα ντε Ιντίας, οι καθημερινές οικογενειακές στιγμές, οι διάχυτοι ρυθμοί της σάλσα. Η Βενεζουέλα, που έζησε κάποια χρόνια. Το αγαπημένο του Μεξικό, οι περιοχές της γης, που εξερεύνησε με το «τρίτο μάτι» του. Μορφές στη ρέμβη του λυκόφωτος ή κάτω από τα εκτυφλωτικά αστέρια του ωυχτερινού ουρανού. Οι φωτογραφίες του με τους «καφετιέρος» αναδίδουν το άρωμα του καφέ στους λόφους των Άνδεων, τον ιδρώτα του μόχθου από τα χιλιάδες σκληρά εργαζόμενα χέρια της Λατινικής Αμερικής. Ενώνει την τέχνη του με το πολιτικό και κοινωνικό ρεπορτάζ και δημιουργεί ένα εκφραστικό στυλ., που έχει ζυμωθεί από μια κριτική ενατένιση του κόσμου και το σκληρό φως των τροπικών. Στη διαμόρφωση αυτού του στυλ συνέτειναν οι φωτογραφίες του Paul Strand και η οπτική αντίληψη του σουρρεαλιστή σκηνοθέτη- κινηματογραφιστή Luis Bunuel. Ανάμεσα στη νατουραλιστική περιγραφή και τον ποιητικό ρεαλισμό τυπώνει ασπρόμαυρες συνθέσεις, που οι γκρίζες τονικότητες περιορίζονται στο ουσιώδες. Από την πρωτεύουσα των Αστέκων μέχρι το Κάιρο και το Ισραήλ συλλαμβάνει με την κάμερά του την ανθρώπινη μορφή στο περιβάλλον δράσης της. Όμως κύριοι άξονες για τη διαγραφή των συνθέσεων του είναι τα χέρια και τα μάτια. Χέρια, που κρατούν ένα βιβλίο, που οδηγούν τρακτέρ, που απλώνουν δίχτυα, που σμιλεύουν μια Σταύρωση, που αγκαλιάζουν ένα μωρό, που κινούν τις φοινικιές, που δένουν ένα σάκο καφέ, που κλαδεύουν ένα δέντρο. Χέρια Ινδιάνων λυράρηδων και χειροτεχνών. Τα χέρια του Marc Chagall , που ζωγραφίζει τα κοστούμια ενός μπαλέτου... Αμέτρητα χέρια και μάτια, που σπάνια σε κοιτούν κατ’ ευθείαν. Μάτια που ατενίζουν αινιγματικά αλλά και τρυφερά ατέρμονους ορίζοντες. Η πολλαπλότητα της θεματογραφίας του μας εντυπωσιάζει με το πολυποίκιλο φάσμα που αποτυπώνει. Πορτραίτα, Παιδιά, Εργασία, Βιομηχανία, Αφηρημένες συνθέσεις, Τοπία, Προσωπικότητες, Συμβάντα της καθημερινής ζωής απαρτίζουν την προσφορά του. Όλα αυτά σκιαγραφούν την καλλιτεχνική παρακαταθήκη της γήινης και θερμής προσωπικότητά του, που αποπνέει και διαχέει φωτογραφικά το δυναμισμό της πανάρχαιας κουλτούρας του.

(Από τη σειρά κειμένων με τίτλο: "Εις Μνήμην, Με τη χαρά της συνεργασίας")

Κώστας Ευαγγελάτος, Ζωγράφος, Λογοτέχνης, Θεωρητικός Τέχνης.


Τετάρτη 18 Απριλίου 2018

Κώστας Ευαγγελάτος: Η ανεξαρτησία του καλλιτέχνη - Ιδεολογικές και κριτικές παράμετροι.


Στο Συμπόσιο με τίτλο " Όψεις της Ανεξάρτητης Εικαστικής Δημιουργίας στην Ελλάδα του σήμερα " του Ορίζοντα Γεγονότων, που ολοκληρώθηκε με επιτυχία στο αμφιθέατρο του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης (ΕΜΣΤ) συμμετείχε με θεωρητική του εισήγηση ο Ζωγράφος, Λογοτέχνης, Θεωρητικός τέχνης Κώστας Ευαγγελάτος.
Στόχος του διήμερου Επιστημονικού Συμποσίου η ανάπτυξη ουσιαστικού διαλόγου μεταξύ όλων των συμμετεχόντων, τέτοιου ώστε να μπορεί να ανατροφοδοτεί το παρόν και το μέλλον και να συμβάλλει στις εξελίξεις στον χώρο του πολιτισμού, των τεχνών και της εκπαίδευσης.
Στην ομιλία του ανέπτυξε την θέση και τις προοπτικές του ανεξάρτητου εικαστικού δημιουργού και επεσήμανε με ιστορικά και βιωματικά επιχειρήματα την πολυπλοκότητα και τα προβλήματα της καλλιτεχνικής παραγωγής ατομικά αλλά και συλλογικά από ομάδες τέχνης. 
Παράλληλα προβλήθηκε video με ντοκουμέντα από την διεθνή εικαστική του πορεία. 
Στην αρχή της ομιλίας του ανέφερε: "Ποιά είναι άραγε η θέση του σύγχρονου ανεξάρτητου καλλιτέχνη και ιδιαίτερα του εικαστικού στην τεχνοκρατούμενη εποχή μας και πώς διαμορφώνονται οι θεωρητικές και εμπειρικές προσεγγίσεις στο διαχρονικό θέμα της τέχνης και των ιδεών της σε μια "χρηματιστηριακή" κοινωνία που κυριαρχούν εξωκαλλιτεχνικοί προστατευτικοί παράγοντες; Μια αναδρομή σε ιδεολογικά και κοινωνικοπολιτικά δεδομένα που διαμόρφωσαν συνθήκες, ανάγκες και επιλογές διαφωτίζει για τα προβλήματα της σημερινής κατάστασης. Όμως αρχικά ο καθορισμός του επιθέτου «ανεξάρτητος» είναι απαραίτητος για οποιαδήποτε προσέγγιση των ποικίλων και αμφιλεγόμενων θεμάτων που περικλείει και ταυτόχρονα αποκλείει ο χαρακτηρισμός «ανεξάρτητος». Σε ορισμένη μερίδα καλλιτεχνών συλλεκτών και φιλότεχνων ο όρος ανεξάρτητος είναι προυπόθεση για τη γνήσια καλλιτεχνική υπόσταση και δημιουργικότητα που βασίζεται στην έμπνευση, την προσωπική επιλογή και την άνευ συμβιβασμών στα πλαίσια του εφικτού πορεία. Στην κρατούσα όμως αντίληψη της αγοράς τέχνης ο όρος έχει συνδυαστεί με κάποιον που δρα εκτός κυκλωμάτων προώθησης, εμπορικών δεσμεύσεων με μεσάζοντες κάθε λογής, κρατικές θέσεις, αναθέσεις και εύνοιες των θεσμικών μηχανισμών και άλλων εξαρτήσεων, που τελικά όμως τον εξωθούν σε απομόνωση, εκτός του κύκλου των εκπροσώπων του δυνατού κατεστημένου. Εδώ τίθεται το θέμα ενός κώδικα ηθικής που θα μπορούσε να αναδείξει την ουσιαστική και συνεπή «ανεξαρτησία» και θα συγκεκριμενοποιούσε τον όρο με θετική και αρνητική διάσταση, τόσο όσον αφορά τους ίδιους τους καλλιτέχνες όσο και  τις σχέσεις τους με τους άλλους."
Ακολούθησε συζήτηση με θετικά διαλογικά συμπεράσματα. 


Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

ΚΩΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ ΕΚΦΡΑΣΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ…ΕΝ ΑΙΝΙΓΜΑΤΙ «ΩΣ ΔΙ’ ΕΣΟΠΤΡΟΥ…»


Α’. Ι.- Τροφοδοτώ από την εφηβεία  την ποιητική μου ορμή με ένα λόγο κατοπτρικό και αδύναμο, αφού είμαι ταυτόχρονα συνθέτων και αποδέκτης. Ένα λόγο για τον οποίο το ποίημα συνιστά ένα είδος έρεισης, ανεξιχνίαστης και αμφιλεγόμενης, ένα είδος ώσης που στοχεύει στα τετμημένα προσωπικά πεδία μου.
ΙΙ.- «Βλέπομεν γάρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι». Η διαπίστωση αυτή παρά και λόγω του θεολογικού της φορτίου (βλ. Παύλος, Α’ Προς Κορινθίους, ιγ), υποτείνει το Λυοταρικό είκασμα –figure  του μεταμοντέρνου στοχαστή Ζαν- Φρανσουά Λυοτάρ (1924-1998), στοιχείο όχι μόνο της ποίησης αλλά και της οίησης. Ας μη ξεχνάμε ότι η ποίηση, δεν είναι μόνο μετουσίωση  ψυχικών καταστάσεων και οικειοποιημένων εικόνων και μορφών, δεν είναι μόνο κάθοδος του ποιητή στον  Άδη με τη λύρα του Ορφέα ανά χείρας, αλλά και μία ex nihilo- εκ του μηδενός δημιουργία-γένεση.
Β’.- «Je suis un autre / είμαι ένας άλλος»,  μας λέει ο Αρθούρος Ρεμπώ / A. Rimbault.
Τον θυμάμαι ανυποψίαστα όταν αρθρώνω το πρώιμο τετράστιχο μου:
Κρυβόμαστε πίσω απ’ τις λέξεις.
Κρεμόμαστε πάνω απ’ τις λέξεις.
Κοιμόμαστε κάτω απ’ τις λέξεις.
Πεθαίνουμε για τις λέξεις.
Τον θυμάμαι το ίδιο ανυποψίαστα στα ταμπλώ μου σαν ποιητής, που δεν είναι κάτι διαφορετικό από τα ποιήματα μου σαν ζωγράφου. «Είμαι ένας άλλος»,  λέει εκείνο που  ανυποψίαστα βιώνεις πιθανέ αναγνώστη μου.
Γ’.- «Flesh composed of suns, how can such be? Exclaim the simple ones», έλεγε ο Ρόμπερτ Μπράουνινγκ / R. Browning. Κι’ όμως τολμώ να υποκαταστήσω το ποίημα με τη μεταφορά αυτή: «Σάρκα που τη συνθέτουν ήλιοι» δηλαδή απόλαυση που θραύει το κέλυφος της επιθυμίας, τουτέστιν τον φαλλό και οδεύει ακάθεκτη προς την τέφρα που το αναιρεί ως ποίημα.
Δ’.Ι.- «Γυναίκα / εξόριστο πουλί / κουρνιάζω στα βυζιά σου». Θυμάμαι το μάγμα του χαμένου παραδείσου μου κι’ ανεπιγνώστως διαλαλώ πως «Είμαι το στήθος»  καθώς σημείωνε ο Φρόυντ/Freud.
II.- «Στο δάσος πέταξα τα ρούχα /με τα πουλιά ξανάρχισα να ζω», «Τέμπερες υδαρές χλωμής αυγής…», «Κρυσταλλωμένο σούρουπο/ και στο κατώφλι  / ένας μπερές φευγάτου φίλου…», «Ανάμεσα στο γέρικο πηγάδι / και την τριανταφυλλιά /λιάζονται σαύρες της σοφίας». Είμαι όμως βέβαιος ότι ο παράδεισος μου δεν ανακτάται, όσο και να το θέλω. Υπάρχει μια ασυνείδητη ανάμνηση που προσπαθώ να τη μετατρέψω σε πήγμα, σε κρύσταλλο. Φεύ. Είμαι ένα εξόριστο πουλί, όπως οι άλλοι, οι simple ones, που διάβασα στον Browning.
Ε’.I.- «Είναι στιγμές που μου ξεφεύγει τ’ όνομα σου/ας χάραξα μ’ αυτό αμέτρητους κορμούς». Άραγε ποιο όνομα ψάχνω; Μήπως ψάχνω το δικό μου, δηλαδή αυτό το μεγάλο ζητούμενο που με στοιχειώνει;
ΙΙ.- Η απόλαυση για μένα και πιθανόν και για σας είναι η προσπάθεια να κινηθούμε ανάμεσα στα άπειρα είδωλα, που σχηματίζουν τα παράλληλα κάτοπτρα των λόγων μας. Ο λόγος μου είναι το διαθλασμένο είδωλο του δικού σας και τανάπαλιν. Αναρωτιέμαι « …που είναι το σκούξιμο της ηδονής;», «Where is the screaming  of delight?». Και η απάντηση μου δίνεται αμέσως: Εδώ φίλοι μου, ανάμεσα στις λέξεις μου, «στον παλιό καθρέφτη» με τα ερωτικά  ίχνη. Αυτό όμως που ερωτώ είναι άλλο: που βρίσκεται η αλήθεια του υποκειμένου μου, δηλαδή του υποκειμένου σας; Φοβάμαι πως η αλήθεια έγινε βορά της απόλαυσης, γιατί η απόλαυση ζητά να αποτεφρώσει το αντικείμενο και όχι να το βγάλει από τη λήθη του.
ΣΤ’.Ι.- Εξού και η αγωνία! «…η απύθμενη αγωνία είναι η τυραννία μου». Μα όποιος δεν έχει καταλάβει ότι η τέχνη είναι…απόλαυση, δεν μπόρεσε ποτέ να αντιληφθεί την αληθινή της διάσταση και την υπόγεια διασύνδεση της με την παθολογία.
ΙΙ.- «Ποίημα μάρτυρας βουβός καθρέφτης». Στο κάτοπτρο ανασυνθέτω το διαμελισμένο σώμα μου, που μέσα από σημαίνουσες αλυσώσεις οδηγείται σ’ αυτό που είναι η έκθλιψη της έκθλιψης του, δηλαδή σε αυτό που σημαίνει, αν βέβαια μπορεί ποτέ αυτό να σημανθεί στον ίδιο μου το στίχο: «Ποίημα τύπωμα γυμνής οδύνης», από το πολυσήμαντα βιωματικό ποίημα μου «Το Δωμάτιο» .
Ζ’.- Το ευτύχημα είναι πως βλέπουμε τα πράγματα «δι’ εσόπτρου εν αινίγματι», γιατί διαφορετικά θα είχαμε γίνει και εσείς και εγώ, δηλαδή τα γράμματα που μας απαρτίζουν, στήλες άλατος.
Ι.- Νομίζω, φίλοι μου, πως τελικά η Ευρυδίκη πρέπει να μείνει στον Άδη. Πρέπει να μείνουμε ενδεδυμένοι. 
Η γύμνια και η απόλυτη αλήθεια είναι μάλλον τραγική, έστω και αν μας οδηγούν στην «Τολμηρή επίλυση».
Γυμνός-Ύμνος-Μυστικός Ναός- Οδοιπόρε στάσου.

Η’. Ι.- Ενίοτε όμως, «όταν οι λέξεις γίνονται διαμάντια, οι τυμβωρύχοι κοκαλώνουν».
Δέρμα φυτρώνεις νιότη και χυμούς!
Στον ήλιο ζευγαρώνεις!
ΙΙ.- Στο τέλος πάντα καταφθάνει η Άτροπος εν μέσω φάσματος ποιητικών «Ερμητικών Λαμπίδων» για τον επιβαλλόμενο απολογισμό. Ο εκφραστικός λόγος με «τάνυσμα θανάτου» οδεύει προς το μηδέν. 
Και εν τούτοις μέχρι την ύστατη στιγμή  ευελπιστώ…σ΄ ένα θεώρημα:
Λόγος και Μύθος.
Δόξα και Πίστη.
Ψυχή και Σώμα.
Νους και Θεώρημα
στο ομιχλώδες πέπλο
της τριαδικής ισότητας:
Σκαπανείς της σκέψης
αναδομούν αρμονικά
το Γένος της επίλυσης.

Κώστας Ευαγγελάτος
(Από την έκδοση της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών "Λογοτεχνική Χρονιά 2018) 

 

Τρίτη 16 Μαΐου 2017

‘’ΤΑ ΓΙΑΤΙ’’ (Μονόλογος) - ΛΕΝΑ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ.


 Όταν ήρθες, δεν πρόσεξα ότι το όχημα που πάνω του ήσουν γαντζωμένος ήταν μια χρωματιστή πομφόλυγα. Το πέρασα σαν ένα περίεργο αερόστατο καμωμένο από ανθεκτικά υλικά. Μα δεν ήταν έτσι δυστυχώς… Ένα χρωματιστό μπαλόνι ήταν τελικά που μόνoς σου το τρύπησες και το ήλιον σιγά αλλά σταθερά άρχισε να βγαίνει από μέσα του κάνοντάς το να συρρικνώνεται μέχρις ότου έμεινε κάτω στη γη μια άμορφη μάζα υλικού που δεν θα χρησίμευε σε τίποτα πια.
Εσύ έμεινες για λίγο, για πολύ λίγο κάτω στη Γη και μετά, σαν αερικό, σαν αύρα υψώθηκες στην ατμόσφαιρα πάνω σε ένα άλλο αόρατο όχημα που δεν ξέρω σε ποιον ταρσανά ουράνιο κατασκευάστηκε και χάθηκες από τα μάτια μου μα όχι από την ψυχή μου.
Αυτήν τη ψυχή που έντυσες τη γύμνια της με φτερά δικής σου επινοήσεως, την στιγμή που πίστευα ότι δεν είχα τίποτα να περιμένω πια.
Και τώρα σ’ αυτό το ίδιο σημείο βρίσκομαι, το ίδιο άδεια το ίδιο γυμνή. Χάθηκαν όλα και πάλι. Και πάγος βουνό πήρε τη θέση του Ήλιου από τη ζωή μου…
Αντίο Αγάπη, αντίο ΦΩΣ…     
‘’Μα γιατί στενοχωριέσαι που τον έχασες; Μη και τον είχες ποτέ; Προϊόν της τεχνολογίας ήταν βρε κουτό και γι’ αυτό είχε μία άλφα τελειότητα. Δεν είχε ανθρώπινα ελαττώματα και ήταν απλό αφού δεν ήταν ΆΝΘΡΩΠΟΣ. Ένα αερικό ήταν, μια αυταπάτη της ψυχής σου της εύπιστης και εύπλαστης. Η Αγάπη όμως καλή μου δεν ζει με αυταπάτες. Τροφή της έχει το Σ’ ΑΓΑΠΩ, τις αποδείξεις, όχι λόγια και λόγια ωραία μόνο. Τυχαίνει ας πούμε ό άλλος να είναι λεξιπλάστης και σου τις σερβίρει με τρόπο λογοτεχνικό, ποιητικό και ο εκμαυλισμός επέρχεται χωρίς μεγάλη δυσκολία όπως γίνεται και με τη μουσική. Καλά το έλεγε ο μεγάλος Τολστόι στο μυθιστόρημά του Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ Κρόϊτσερ. ‘’Η μουσική δεν εξυψώνει, πλανεύει.’’
Το ερώτημα είναι τι γίνεται με σένα που είσαι οπαδός του απτού, πώς το λένε να δεις, του χειροπιαστού, πώς αφέθηκες να ενδώσεις στο ΤΙΠΟΤΑ σε μια χρωματιστή πομφόλυγα που ούτε καν θόρυβο έκανε με το σκάσιμό της; Πώς και γελάστηκες έτσι; Και τι είναι εκείνο που σε κάνει τώρα να πονάς τόσο πολύ; Αλλά, στάσου, μη μου πεις το ξέρω. Είναι αυτός ο πάγος της αδιαφορίας, της αποξένωσης του χάους. Είναι αυτή η καταπακτή που άνοιξε εμπρός σου και κατάπιε με μιας στο τίποτα το ΤΙΠΟΤΑ. Κατάλαβες τι έγινε; Δεν κατάλαβες; Πλανεύτηκες. Πίστευες ότι ό,τι συνέβαινε με τους άλλους αδύνατον σε σένα να συμβεί. Να όμως που συνέβη και ήταν και πανεύκολο. Αφέθηκες. Έχασες. Τα συναισθήματα ξέρεις δεν εξετάζουν την ΠΗΓΗ προέλευσης, αν δηλαδή πρόκειται για κάτι το υλικό ή ιδεατό. Με μια μικρή διαφορά. Στην πρώτη περίπτωση, μπορείς και το αντιμετωπίζεις ανταλλάσσοντας εξηγήσεις ή και μπουνιές. Αν όμως είναι κάτι το άυλο τι κάνεις ;Κάθεσαι βλακωδώς και πονάς και αυτομαστιγώνεσαι ρίχνοντας τα βάρη όλα στον εαυτό σου, βάρη και λάθη υπαρκτά και ανύπαρκτα.
Μια ζωή τα ίδια. Για ποια παθήματα λες που γίνονται μαθήματα; ΔΕΝ έχεις ακούσει που λένε ότι ‘’πρώτα βγαίνει η ψυχή του ανθρώπου και μετά το χούι του;’’ Και μένεις να υποφέρεις με τα αναπάντητα ΓΙΑΤΙ σου. Θυμάσαι αλήθεια κανένα από αυτά τα ‘’γιατί’’ να έχουν απαντηθεί στη ζωή σου έστω και στοιχειωδώς; Άλλο ένα λοιπόν ‘’γιατί’’ τώρα, που θα είναι βέβαια και το τελευταίο σου. Τι να σου κάνω εαυτέ μου; Ας ήσουν  λιγότερο συναισθηματικός. Και μη ξεχνάς, στους δύο που χωρίζουν είτε αυτοί είναι εραστές είτε φίλοι, εκείνος που λέει τις πιο πολλές τρυφεράδες και μεγάλα λόγια, είναι και αυτός που πονάει λιγότερο, είπε κάποιος σοφός που δεν θυμάμαι το όνομά του…’’

***

Πέμπτη 29 Δεκεμβρίου 2016

ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΝΑΦΟΡΑ ΣΤΙΣ ΝΕΦΕΛΟΜΟΡΦΙΕΣ ART – ESTΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΕΥΑΓΓΕΛΑΤΟΥ.


 Με αφορμή την πρόσφατη σημαντικότατη έκθεση 64 ζωγραφικών Νεφελομορφιών του διεθνούς εικαστικού καλλιτέχνη Κώστα Ευαγγελάτου στον ιστορικό  χώρο του Μουσείου της Πόλεως των Αθηνών- Ίδρυμα Βούρου- Ευταξία, ανέτρεξα στο βιβλίο - δοκίμιο μου «Η Αισθητική Ενατένιση του Κώστα Ευαγγελάτου », εκδόσεις Συλλογές, Αθήνα 2001, που σε σχετικό κεφάλαιο για τις Νεφελογραφίες του διατυπώνω μεταξύ άλλων:Οι «Νεφελογραφίες» μεγάλες και μικρές ουράνιες περιφέρειες είναι η κατάληξη της τεχνικής δεξιότητας του Ευαγγελάτου να ζωγραφίζει εκ του φυσικού και κατόπιν να ξαναζωγραφίζει τη φύση απ’ την φαντασία του στο εργαστήριο. Με τις συνθέσεις  του με νέφη που κυριαρχούν στην επιφάνεια του πίνακα πραγματώνονται τα δεδομένα των εμπειριών, δίνοντας έμφαση στους γενεσιουργούς παράγοντες ενός απαράμιλλου ύφους μέσα από λεπτές ποιοτικές διαφοροποιήσεις. Ο ατέρμων χώρος των οριζόντων κατευθύνει τον χειρισμό των υλικών στοιχείων, αποφεύγοντας περίτεχνα τον αναμενόμενο κορεσμό. Η έμπνευση ταξιδεύοντας αποτυπώνει προσωπικές σημειώσεις, διαφυλάττει  τρυφερές αναμνήσεις και καταγράφει  φευγαλέες  εντυπώσεις  που δημιουργεί το φυσικό περιβάλλον σε μια επιθυμητή αρμονική οικολογική σχέση με τον άνθρωπο. Οι «Νεφελογραφίες» εμπεριέχουν υπαινιγμούς για την ζωή της ύπαρξης στη φύση, μακριά από τόπους τσιμεντένιους και τοπία στατικά όπου η επιβολή της μακροχρόνιας παράδοσης ανακόπτει την πολιτιστική εξέλιξη. Μέσα από την μνημειακότητα του περιβάλλοντος συλλαμβάνει την ιερότητα της ανάτασης.-

Τετάρτη 12 Οκτωβρίου 2016

«ΕΥΜΕΤΑΒΛΗΤΟΤΗΤΑ» ΤΗΣ ΛΕΝΑΣ ΜΑΥΡΟΥΔΗ ΜΟΥΛΙΟΥ.



Λένα Μαυρουδή Μούλιου
Β.Ε.


«ΕΥΜΕΤΑΒΛΗΤΟΤΗΤΑ»


Λέει ο ποιητής στη Μούσα του: «Καλή μου για εξήγησέ μου κάτι που θα σου εκμυστηρευτώ, αφού όμως πρώτα θα μου επιτρέψεις να κάνω μια μικρούλα εισαγωγή.
Το ξέρεις δα εσύ ότι είμαι παραληρηματικά ερωτευμένος. Βλέπω, ακούω τον άνθρωπό μου και λιώνω από έρωτα. Τα πάντα μου επιβεβαιώνουν το βαθύ μου συναίσθημα. Η τρέλα μου, η (Α)φαγία μου, η (Α)υπνία μου, η(Α)πραξία μου,η (Α)γωνία μου, η (Α)τονία μου,-καλά καλά σταματώ- ,όλα αυτά δεν το επιβεβαιώνουν; Παραληρηματικά ερωτευμένος είπαμε. Η σκέψη μου συνεχώς καρφωμένη σε κείνη. Τα πάντα είναι ΑΥΤΗ. Πλάθω με το μυαλό μου
 εικόνες πάθους τόσο ζωντανές που η ζωντάνια τους μου προκαλεί σχεδόν σωματικό πόνο. Πόθος για φιλιά για αγκαλιά για τα γνωστά! Η στιγμή της συνάντησής μας το μοναδικό μου θέλω, και απολύτως , μα απολύτως τίποτα άλλο. Ο Κόσμος ξάφνου μίκρυνε και μόλις χωράει τους δυο μας. Εδώ τελειώνω με την εισαγωγή που σου έλεγα Μούσα καλή μου και έρχομαι στο θέμα που  με απασχολεί:
Ξυπνάω που λες ένα πρωί, και όλα είναι διαφορετικά.
Κατ,’ αρχάς, με τη τσίμπλα ακόμη στο μάτι ΠΕΙΝΑΩ. Περίεργο. Έχω να νιώσω πείνα μήνες τώρα. Τρώω. Ξανατρώω. Και κάθομαι να γράψω χωρίς να κάνω ούτε ένα ντους. Δεν μού αρέσουν τα γραφτά μου. Τα σχίζω. Το μολύβι θέλει ξύσιμο. Βαριέμαι να το κάνω. Πεντέξι στυλό που δοκιμάζω δεν γράφουν. Τι διάβολο πάθανε ξαφνικά; Τα πετάω.
Και νεύρα, πολλά νεύρα.
Κρυώνω. Είμαι ακόμη με τις πυτζάμες μ’ αυτό το διαβολόκρυο.
Γδύνομαι. Κάνω ένα αχνιστό ντους επιτέλους, και φτιάχνω ακόμη έναν καφέ, είναι ο 2ος ή ο 3ος, δεν θυμάμαι. Και αμέσως μετά δρόμο με το σκύλο μου βόλτα.
Βόοοοολτα το σκύλο ΕΓΩ; Απορημένος ο δόλιος με κοιτάζει. Το καθήκον της πρωινής του βόλτας ήταν άλλου παπά ευαγγέλιο. Πηγαίνω για τσιγάρα.
Για τσιγάρα; Μα αφού εγώ δεν καπνίζω…
Ε και; Το αρχίζω –για την ακρίβεια το ξαναρχίζω-τώρα. Κέφι μου.
Πηγαίνω στο φούρνο της γειτονιάς μου, παίρνω μία τυρόπιτα. Και άλλη μια.
‘’Σιγά, θα σκάσεις από το πολύ φαγητό ‘’μου λέει μια φιλική εσωτερική μου φωνή.’’ Από το πρωί μασουλάς’’.
Σαν να έχει δίκιο. Μα για στάσου. Τι ακριβώς συμβαίνει; Ορίστε το κινητό μου βουβό. Ούτε κάλεσα ούτε και με κάλεσε κανείς. Άλλες φορές τέτοιαν ώρα βογκούσε το δόλιο, σιγοντάροντας το δικό μου βογκητό με τα ερωτικά παθιασμένα μου αχ και βαχ για εκείνη. Εκείνη; Ωχ, πώς και δεν τη σκέφτηκα ακόμα; Την καλή μου! Είναι τόσο παιδί! Ο κόσμος όλος της είμαι ΕΓΩ.
ΚΙ’ ΕΓΩ΄;
Μα φυσικά και τη νοιάζομαι,σαν παιδί, σαν αδερφή, σαν φίλη… Θα μπορούσα και να σκοτώσω ακόμη για χάρη της, για να την προστατέψω. Είναι τόσο εύθραυστη.
Όμως …
Όμως Μούσα μου πολύ φοβάμαι ότι δεν είμαι πια ερωτευμένος μαζί της. Αυτό είναι που φοβάμαι…
ΌΛΑ, μα όλα τα ουσιαστικά που σου προανέφερα με το άλφα το στερητικό, εξαφανίστηκαν.
(Α)υπνία; Κοιμάμαι μια χαρά. Ξερός που λένε…
(Α)φαγία; Τρώω μέχρι σκασμού. Έξι κιλά πήρα μέσα σε μια εβδομάδα.
Ημέρα και κιλό.
(Α)πραξία; Σαν τι να λέμε τώρα. Βάλθηκα να ανακαινίσω το σπίτι μου πράγμα που είχα κάνει μόλις πριν ένα εξάμηνο. Ο καναπές θα πεταχτεί. Η τραπεζαρία μου επίσης, τόσο παλιομοδίτικη. Κουρτίνες; Τις θέλω χρωματιστές πολύ χρωματιστές, τούτες είναι κατάχλωμες.
Και Μούσα μου, το αποφάσισα. Όλων αυτών των αλλαγών θα προηγηθεί ένα μεγάλο ταξίδι στον Αμαζόνιο σε ένα σαφάρι στη ζούγκλα, απωθημένο το έχω από παιδί.
Όμως αναρωτιέμαι τι έγινε και έφερε τούτες τις αλλαγές στη ζωή μου; Κανείς δεν ξέρει να μου πει και κυρίως δεν ξέρω ΕΓΏ.
Και τίθεται το εξής ερώτημα: Είμαι άραγε ΤΩΡΑ ευτυχισμένος ή ήμουν ΠΡΙΝ; ΠΌΤΕ ήταν που νόμιζα ότι άξιζε να ζω; Την εποχή των στερητικών (Α) ή τώρα με την κατάργησή τους; Εδώ είναι που θέλω να μου απαντήσεις Μούσα καλή μου.’’
Και η Μούσα του απάντησε του ποιητή μα τι του είπε ακριβώς κανένας δεν γνωρίζει.
Αμέσως μετά την εξομολόγησή του τον άφησε μόνο του και πήγε σε έναν άλλο φίλο της. Τούτον εδώ τον βαρέθηκε και ίσως να θύμωσε και μαζί του για τις μεταπτώσεις του, την ευμεταβλητικότητά του. Φοβόμαστε δε ότι θα αργήσει να του ξαναστείλει και την Έμπνευση. Μάλλον έχει τελειώσει μαζί του για τα καλά….


***

Παρασκευή 23 Σεπτεμβρίου 2016

ΜΑΧΗ ΤΖΟΥΓΑΝΑΚΗ - ΑΣ ΚΟΥΒΕΝΤΙΑΣΟΜΕ ΑΠΟΨΕ.



Ας κουβεντιάσουμε απόψε

Ας κουβεντιάσουμε απόψε.
Αν θέλεις μπορώ να σου μιλήσω για το φεγγάρι. Μπορώ αν θες να σου κρατάω και το χέρι. Μπορώ αν θες να σου δείξω έναν αστερισμό και να σου ονομάσω όλα του τα αστέρια ένα ένα. Κι ύστερα να σου πλέξω ιστορίες και ιστορίες νυχτερινές. Καυγάδες αστεριών εκεί στις γειτονιές του ουρανού και χάχανα. Να σου πω για τους έρωτες που σκόρπισαν στα νεφελώματα.
Αν θέλεις μπορεί και να μας πάρει το πρωί πάνω στα κεραμίδια της σκεπής. Εμείς και οι γάτες της γειτονιάς να νιαουρίζουμε μέχρι το ξημέρωμα. Θα σου τυλίξω την πλάτη με την κόκκινη κουβέρτα που αγαπάς και θα βαστώ αν θες ένα θερμός με ζεστή σοκολάτα και λίγο κονιάκ όπως σου αρέσει.
Ας κουβεντιάσουμε απόψε κι αν μου κουραστείς ακούμπα σε τούτον τον ώμο. Χρόνια και χρόνια για σένα πλάστηκε. Για σένα καμπύλωσε. Για σένα υποσχέθηκε αιωνιότητα.
Κι αν πάλι δε θες να κουβεντιάσεις, κάτσε δίπλα μου αμίλητη. Ψυχρή. Μαρμάρινη. Και χάρισε στη σκέψη σου μια μελλοντική ημέρα διαφορετική. Εκείνη που θα με έχεις επιτέλους συγχωρέσει. Εκείνη που θα με έχεις χωρέσει και πάλι σε μια τέτοια βραδιά που σε εκλιπαρώ να μου δανείσεις. Πίστωση χρόνου. Πίστωση αγάπης.
Αν θέλεις μπορεί ο χρόνος να συνεχίσει. Το ρολόι μπορεί να συνεχίσει να γυρνά. Αν το θελήσεις. Μπορεί και πάλι να ξημερώσει ετούτη η νύχτα.

Ας κουβεντιάσουμε απόψε...